Η πραγματική αγοραστική δύναμη των συνταξιούχων συνεχίζει να μειώνεται. Η κυβέρνηση εξακολουθεί να δίνει ετήσιες μεικτές αυξήσεις που δεν ξεπερνούν τον πληθωρισμό. Για το 2027 σχεδιάζεται αύξηση 2,8% μεικτά, χαμηλότερα από τον επίσημο πληθωρισμό, ο οποίος τον Αύγουστο φέτος διαμορφώθηκε στο 3,8%.
Από την 1η Ιανουαρίου 2027 οι κύριες συντάξεις θα αναπροσαρμοστούν το πολύ κατά 2,8%.
Με το ποσοστό 2,8% μεικτά του 2027, η μηνιαία αύξηση κινείται από 14 έως 42 ευρώ μεικτά, την ώρα που η ακρίβεια εξακολουθεί να μειώνει το εισόδημα των συνταξιούχων. Σε σύνταξη 500 ευρώ η προσαύξηση περιορίζεται σε 14 ευρώ τον μήνα. Σε σύνταξη 1.500 ευρώ φτάνει τα 42 ευρώ, πριν από φόρους και κρατήσεις.
Ο κυβερνητικός σχεδιασμός προβλέπει ότι το ανώτατο όριο του 2,8% στην αναπροσαρμογή των κύριων συντάξεων από την 1η Ιανουαρίου 2027 ισχύει και για περίπου 670.000 συνταξιούχους με προσωπική διαφορά.
Η κυβέρνηση επιμένει σε υπολογισμό που παίρνει μόνο το μισό του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή και το μισό της αύξησης του ΑΕΠ. Από τη μέθοδο αυτή προκύπτουν συνεχιζόμενες απώλειες στο διαθέσιμο εισόδημα των συνταξιούχων. Η μη τιμαριθμοποίηση της φορολογικής κλίμακας κάνει ακόμη και αυτές τις αυξήσεις να φέρνουν μεγαλύτερο φορολογικό βάρος.
Έως το 2022 δεν είχαν δοθεί αυξήσεις, εξαιτίας του μνημονίου.
Την περίοδο 2023-2026 οι σωρευτικές αυξήσεις έφτασαν το 16,4%, μόνο όμως στις κύριες συντάξεις, με τον επίσημο πληθωρισμό στο 19,8%. Οι συνταξιούχοι είχαν έτσι απώλειες στο διαθέσιμο εισόδημά τους. Μεταξύ 2010 και 2018 οι κύριες συντάξεις δέχθηκαν αθροιστικές περικοπές που σε πολλές κατηγορίες έφτασαν από 20% έως 45%.
Συνολικά εκτιμάται ότι τα τελευταία 17 χρόνια οι συνταξιούχοι έχουν χάσει έως και το 45% των αποδοχών τους. Η αγοραστική τους δύναμη δέχεται διαρκή πίεση, καθώς το κύμα ακρίβειας και ο επίμονος πληθωρισμός έχουν απορροφήσει πλήρως όποιο οικονομικό όφελος προέκυψε.
Σε σχετική ανάλυση το ΙΟΒΕ διαχωρίζει την «ονομαστική» από την «πραγματική» αξία. Πράγματι καταγράφηκαν ονομαστικές αυξήσεις στους τραπεζικούς λογαριασμούς των συνταξιούχων. Μετά τον αποπληθωρισμό, όμως, η αξία αυτών των ποσών, δηλαδή η πραγματική αγοραστική δύναμη, δεν βελτιώθηκε ουσιαστικά. Ο πληθωρισμός έδρασε ως «αόρατο χέρι»: ακύρωσε τις διορθωτικές κινήσεις της πολιτείας και κράτησε στάσιμο το βιοτικό επίπεδο των συνταξιούχων.
Ο υπολογισμός των αυξήσεων
Ο βασικός λόγος που δεν καταβάλλονται αυξήσεις πάνω από τον πληθωρισμό είναι ο υφιστάμενος μηχανισμός υπολογισμού. Θέτει περιορισμούς που δεν επιτρέπουν να καλυφθούν πλήρως οι απώλειες από τις ανατιμήσεις.
Οι αυξήσεις στις συντάξεις είχαν μείνει παγωμένες έως και το 2022, λόγω των μνημονιακών περιορισμών. Πλέον συνδέονται με τον πληθωρισμό και τον ρυθμό ανάπτυξης. Το ισχύον θεσμικό πλαίσιο, ωστόσο, δεν επιτρέπει η τελική αναπροσαρμογή να υπερβεί το επίπεδο του πληθωρισμού.
Σε πραγματικούς όρους, μεγάλο μέρος των συνταξιούχων εξακολουθεί να βλέπει το διαθέσιμο εισόδημά του να πιέζεται από τις ανατιμήσεις σε τρόφιμα, ενέργεια και βασικές υπηρεσίες.
Για τον λόγο αυτό οι ενώσεις συνταξιούχων ζητούν να αλλάξει ο τρόπος υπολογισμού των αυξήσεων. Επιδιώκουν οι αναπροσαρμογές να καλύπτουν ουσιαστικά τις απώλειες που προκαλεί ο πληθωρισμός και να αποκαθιστούν μέρος της αγοραστικής δύναμης που χάθηκε τα προηγούμενα χρόνια.
Η τελική αύξηση, 2,8% μεικτά, θα καταβληθεί τον Δεκέμβριο του 2026 σε 2,5 εκατ. συνταξιούχους, μαζί με τη σύνταξη του Ιανουαρίου του 2027. Οι επικουρικές συντάξεις μένουν χωρίς αύξηση.

































