Οι εκλογικοί υπολογισμοί έδειξαν ότι το κόμμα του Μπενιαμίν Νετανιάχου, όπως και τα κόμματα των ακροδεξιών εταίρων του, περιόρισαν την εκλογική τους επιρροή, παρότι οι ψήφοι τους αυξήθηκαν. Σε θεωρητικό επίπεδο, οι αντίπαλοί του θα μπορούσαν να ενωθούν και να σχηματίσουν κυβέρνηση. Αρνούνται, όμως, να το πράξουν. Η εκκρεμότητα γύρω από την κυβέρνηση λειτουργεί προς όφελός του.
Από τα αποτελέσματα που είναι γνωστά ως αυτή την ώρα, ο συνασπισμός του Νετανιάχου εξασφαλίζει 53 έδρες. Χωρίς τα αραβικά κόμματα, ο συνασπισμός της αντιπολίτευσης μένει στις 48. Τα αραβικά κόμματα φτάνουν τις 19 έδρες, αριθμό που αποτελεί ιστορικό υψηλό.
Το μπλοκ του Νετανιάχου εμφανίζει μεν πτώση σε σύγκριση με τις προηγούμενες εκλογές, προηγείται όμως της αντιπολίτευσης. Για να κλειδώσει την πλειοψηφία των 61 εδρών που χρειάζεται ώστε να σχηματιστεί κυβέρνηση, η αντιπολίτευση θα πρέπει να στηριχθεί στις αραβικές ψήφους.
Τα κόμματα της αντιπολίτευσης, με εξαίρεση τους Δημοκρατικούς, είχαν απορρίψει προεκλογικά το ενδεχόμενο να μετάσχουν Άραβες στην κυβέρνηση. Φαίνεται αρκετά δύσκολο να δεχθούν τώρα ένα τέτοιο σενάριο.
Από θεσμική άποψη, τον λόγο έχει ο πρόεδρος της Δημοκρατίας Ισαάκ Χέρτσογκ. Καλείται να κρίνει αν η εντολή σχηματισμού κυβέρνησης θα δοθεί πρώτα στον Νετανιάχου, επειδή ηγείται του μεγαλύτερου κόμματος, ή στον Άιζενκοτ, που θα μπορούσε να συγκεντρώσει περισσότερες συστάσεις στήριξης από τα μέλη της Κνεσέτ.
Ο Ντάνιελ Σαπίρο, πρώην πρέσβης των ΗΠΑ στο Ισραήλ, εκτιμά ότι ο Χέρτσογκ κατά πάσα πιθανότητα θα πιέσει ώστε να σχηματιστεί κυβέρνηση εθνικής ενότητας, με τους δύο βασικούς αντίπαλους πολιτικούς συνασπισμούς στην ίδια κυβέρνηση.
Αν η διαδικασία παραταθεί, υπάρχει πιθανότητα να προκηρυχθούν νέες εκλογές.
Ο πρόεδρος Χέρτσογκ έχει δεσμευτεί ότι θα ασκήσει τη μεγαλύτερη πίεση που μπορεί στις αντίπαλες πολιτικές δυνάμεις, για να γίνουν οι συμβιβασμοί που χρειάζονται προκειμένου να υπάρξει νέα κυβέρνηση. Οι προσπάθειές του έχουν, πάντως, όριο στον χρόνο.
Αν δεν ευοδωθεί ο σχηματισμός κυβέρνησης, η Κνεσέτ θα διαλυθεί. Οι επόμενες εκλογές θα πρέπει να διεξαχθούν εντός 90 ημερών.
Το στοιχείο που βαραίνει, όπως τονίζει ο Ουίλιαμ Γκάλστον, ανώτερος ερευνητής του Ινστιτούτου Brookings και ειδικός σε θέματα διακυβέρνησης και δημόσιας διοίκησης, είναι πως ο πρωθυπουργός Νετανιάχου θα μείνει στην εξουσία επικεφαλής υπηρεσιακής κυβέρνησης μέχρι να γίνουν αυτές οι εκλογές.
Ο λόγος είναι ότι στο πολιτικό σύστημα του Ισραήλ την υπηρεσιακή διακυβέρνηση δεν την αναλαμβάνει κάποιο διορισμένο πρόσωπο, όπως γίνεται για παράδειγμα στην Ελλάδα. Βάσει του άρθρου 30(β) του Θεμελιώδους Νόμου περί Κυβέρνησης, η απερχόμενη κυβέρνηση εξακολουθεί να ασκεί τα καθήκοντά της ώσπου να σχηματιστεί η νέα.
Η The Jerusalem Post σημειώνει ότι το πλεονέκτημα του πρωθυπουργού που βρίσκεται ήδη στο αξίωμα διαφαίνεται από τώρα, αφού δεν απαιτείται κάποια καινούργια συμφωνία για να παραμείνει στην εξουσία. Όσο οι αντίπαλοί του επιχειρούν να γεφυρώσουν τις μεταξύ τους διαφορές, ο Νετανιάχου μπορεί να χρησιμοποιήσει το πολιτικό του δίκτυο, να διατηρήσει πιστούς τους εταίρους του στην κυβέρνηση και να διερευνήσει ποιοι από το αντίπαλο στρατόπεδο θα προτιμούσαν συμβιβασμό αντί για νέες εκλογές.
Κατά την εκτίμηση του Σαπίρο, ο Νετανιάχου ενδέχεται να προτιμήσει να εξακολουθήσει να ηγείται της σημερινής του κυβέρνησης υπό υπηρεσιακό καθεστώς, να μην κάνει τον συμβιβασμό που θα χρειαζόταν ώστε να προσελκύσει επιπλέον εταίρους στην κυβέρνηση, να ξεκινήσει εκ νέου τον πόλεμο κατά του Ιράν στη διάρκεια της διαδικασίας σχηματισμού και να διακινδυνεύσει το πολιτικό του μέλλον σε εκλογές που τοποθετούνται σε περίπου έξι μήνες.
Ο Νετανιάχου έχει περιθώριο για τολμηρές πολιτικές κινήσεις. Με βάση τον νόμο, μέχρι να σχηματιστεί νέα κυβέρνηση, και αφού ανακοινωθούν επίσημα τα εκλογικά αποτελέσματα, η λειτουργία της κυβέρνησης διέπεται από τις αρχές της αυτοσυγκράτησης και της μετριοπάθειας.
Το πλαίσιο, πάντως, παραμένει ιδιαίτερα ασαφές. Καθώς δεν ορίζονται εύκολα και με ακρίβεια τα όρια που ισχύουν για μια υπηρεσιακή κυβέρνηση, το Ανώτατο Δικαστήριο έχει επισημάνει ότι τα ζητήματα αυτά απαιτούν λεπτή ισορροπία ανάμεσα στην υποχρέωση δράσης και στην αυτοσυγκράτηση και μετριοπάθεια που επιβάλλεται.
Το δικαστήριο ξεκαθάρισε επίσης ότι, όταν εξετάζονται αποφάσεις για ζητήματα πέρα από την τρέχουσα διαχείριση, οι υπουργοί και οι εξουσιοδοτημένοι αξιωματούχοι του υπουργείου οφείλουν, πριν καταλήξουν, να έχουν προηγουμένως διαβουλευθεί με τον νομικό σύμβουλο του υπουργείου.
Στην πράξη, το ότι η κυβέρνηση είναι υπηρεσιακή δεν στερεί από τον Νετανιάχου τη δυνατότητα να προχωρήσει ακόμη και σε νέα στρατιωτική επιχείρηση μεγάλης κλίμακας κατά του Ιράν, αντίστοιχη με εκείνη της 28ης Φεβρουαρίου 2026, αρκεί να έχει την έγκριση των αρμόδιων κυβερνητικών οργάνων. Το νομικό πλαίσιο του Ισραήλ δεν απαγορεύει σε υπηρεσιακή κυβέρνηση ούτε να ξεκινήσει πόλεμο.

































