Η κυβέρνηση προβάλλει διαδοχικές φορολογικές ελαφρύνσεις, η συνολική επιβάρυνση όμως στην Ελλάδα μένει στο ύψος του 2019 και αισθητά πάνω από τον μέσο όρο της Ευρώπης. Οι εισπράξεις του κράτους είναι αυξημένες κατά σχεδόν 27 δισ. ευρώ. Οι έμμεσοι φόροι στην κατανάλωση, ιδίως στα βασικά αγαθά, βρίσκονται ανάμεσα στους υψηλότερους στην Ευρώπη. Οι δαπάνες για υγεία, παιδεία και οικογένειες υπολείπονται των αντίστοιχων ευρωπαϊκών.
Το Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦΙΜ) παρουσιάζει νέα ανάλυση, βασισμένη στα τελευταία στοιχεία της Eurostat, για το ύψος των χρημάτων που συγκεντρώνει το ελληνικό κράτος και για τον προορισμό που τους δίνει.
Τη μελέτη υπογράφουν ο πρόεδρος του ΚΕΦΙΜ Νίκος Ρώμπαπας και ο επικεφαλής Ερευνών Κωνσταντίνος Σαραβάκος. Από αυτήν προκύπτει κεντρική αντίφαση στην οικονομική πολιτική. Οι συντελεστές φόρου υποχώρησαν, χωρίς αυτό να συνοδευτεί από μείωση του μεριδίου της οικονομίας που αντλεί το κράτος μέσω φόρων και εισφορών. Ταυτόχρονα, ο τρόπος με τον οποίο μοιράζονται οι δημόσιες δαπάνες αφήνει ανοιχτά ερωτήματα για τις προτεραιότητες της κρατικής πολιτικής.
Μείωση συντελεστών, άνοδος εισπράξεων
Η ανάλυση καταγράφει για το 2025 έσοδα από φόρους και κοινωνικές εισφορές στο 41,3% του ΑΕΠ, ακριβώς στο ύψος του 2019. Στα 27 κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης ο μέσος όρος ήταν 37,9%.
Η απόκλιση των 3,4 ποσοστιαίων μονάδων δεν οφείλεται σε συγκυρία. Σε ολόκληρη την εξαετία η Ελλάδα έμεινε πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η μεγαλύτερη απόσταση σημειώθηκε το 2022, όταν η επιβάρυνση έφτασε το 42,8% του ΑΕΠ.
Σε απόλυτα ποσά, τα φορολογικά έσοδα και οι εισφορές πέρασαν από τα 76,4 δισ. ευρώ του 2019 στα 103,2 δισ. ευρώ του 2025. Η διαφορά είναι 26,8 δισ. ευρώ, άνοδος περίπου 35% σε ονομαστικές τιμές.
Η άνοδος δεν σημαίνει ότι κάθε φορολογούμενος καταβάλλει 35% περισσότερα. Δείχνει, ωστόσο, πόσο ενισχύθηκαν οι κρατικές εισπράξεις.
Στο διάστημα 2019-2025, 16 από τις 27 χώρες της ΕΕ ανέβασαν τη φορολογική τους επιβάρυνση και δέκα την περιόρισαν. Μόνο στην Ελλάδα το ποσοστό παρέμεινε ακριβώς το ίδιο.
Τέταρτη στην ΕΕ η επιβάρυνση από έμμεσους φόρους
Το γνώρισμα που ξεχωρίζει στην ελληνική φορολογία αφορά τις καθημερινές αγορές. Τα έσοδα από έμμεσους φόρους σε αγαθά και υπηρεσίες φτάνουν το 17,2% του ΑΕΠ, ενώ στην ΕΕ το αντίστοιχο ποσοστό είναι 13,4%. Μεταξύ των 27 χωρών η Ελλάδα βρίσκεται στην τέταρτη υψηλότερη θέση. Ο ΦΠΑ από μόνος του αντιστοιχεί στο 9,4% του ΑΕΠ, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι 7,2%.
Η επιλογή έχει ιδιαίτερη κοινωνική βαρύτητα. Στην ίδια συναλλαγή ο ΦΠΑ δεν διαφοροποιείται ανάλογα με το εισόδημα. Πλήττει, όμως, σε μεγαλύτερο ποσοστό το νοικοκυριό που ξοδεύει σχεδόν όλον τον μισθό του για βασικές ανάγκες. Τα έσοδα από άμεσους φόρους, αντίθετα, βρίσκονται στην Ελλάδα στο 11% του ΑΕΠ, κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 12,2%. Οι κοινωνικές εισφορές διαμορφώνονται στο 13%, πάνω από το 12,1% της ΕΕ. Προκύπτει έτσι η εικόνα μιας οικονομίας στην οποία η κατανάλωση αποτελεί ιδιαίτερα σημαντική πηγή κρατικών εσόδων.
Η ακρίβεια τροφοδοτεί τα δημόσια έσοδα
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει η μελέτη, η κυβέρνηση έχει ανακοινώσει 83 μειώσεις φόρων και εισφορών από το 2019 έως το 2025. Από αυτές, μόλις 25 αφορούν την έμμεση φορολογία. Η συνολική επιβάρυνση δεν μειώθηκε. Μία εξήγηση είναι ο πληθωρισμός. Με την άνοδο της τιμής ενός προϊόντος μεγαλώνει και ο ΦΠΑ που καταλήγει στο κράτος, χωρίς να χρειάζεται μεταβολή του συντελεστή.
Προϊόν με τιμή 100 ευρώ πριν από τον ΦΠΑ αποδίδει 24 ευρώ φόρο, με συντελεστή 24%. Αν η τιμή ανέβει στα 120 ευρώ, ο φόρος διαμορφώνεται στα 28,80 ευρώ. Η ακρίβεια που συμπιέζει την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών μπορεί έτσι να ανεβάζει τα ποσά που εισπράττει το κράτος.
Στην εξήγηση προστίθεται και η λεγόμενη «δημοσιονομική ολίσθηση». Αν οι αποδοχές ανεβαίνουν ονομαστικά και τα φορολογικά κλιμάκια δεν αναπροσαρμόζονται, ο εργαζόμενος ενδέχεται να καταβάλλει υψηλότερο φόρο χωρίς αντίστοιχη πραγματική αύξηση του εισοδήματός του.
Καταγράφεται σωρευτική άνοδος 12,4% στον προσαρμοσμένο ετήσιο μισθό πλήρους απασχόλησης για την περίοδο 2019-2024. Την περίοδο 2020-2024 ο πληθωρισμός σωρεύτηκε περίπου στο 16,5%. Οι ονομαστικές αυξήσεις του μισθού μένουν, δηλαδή, κάτω από τον πληθωρισμό, ο μισθωτός όμως επιβαρύνεται με «πέναλτι», την ώρα που η αγοραστική του δύναμη στην πράξη υποχωρεί.
Στα αυξημένα έσοδα συνέβαλαν ακόμη η άνοδος της απασχόλησης, η οικονομική δραστηριότητα και η πιο αποτελεσματική είσπραξη φόρων, μέσω ηλεκτρονικών συναλλαγών και της διασύνδεσης των ταμειακών μηχανών με τα POS.
Περισσότερες δαπάνες, μικρότερο μερίδιο σε υγεία και παιδεία
Το 2024 το σύνολο των δημόσιων δαπανών στην Ελλάδα έφτανε το 48,2% του ΑΕΠ, ενώ ο ευρωπαϊκός μέσος όρος ήταν 45,9%. Παρά τη μεγαλύτερη συνολική δαπάνη, μικρότερο μερίδιο της οικονομίας κατευθύνεται στην υγεία και την εκπαίδευση.
Στην υγεία αναλογεί το 5,7% του ΑΕΠ, όταν στην ΕΕ το ποσοστό είναι 6,8%. Στην παιδεία το αντίστοιχο μέγεθος είναι 3,9%, έναντι 5%.
Στον αντίποδα, οι γενικές δημόσιες υπηρεσίες, όπου εντάσσονται οι διοικητικές λειτουργίες και η εξυπηρέτηση του χρέους, απορροφούν στην Ελλάδα το 8,3% του ΑΕΠ, έναντι 5,6% στην ΕΕ.
Σε υποχώρηση η κοινωνική προστασία
Στην κοινωνική προστασία οι ανισορροπίες είναι ακόμη εντονότερες. Σε κάθε 1.000 ευρώ που διαθέτει το ελληνικό κράτος για τον τομέα, τα 786 ευρώ πηγαίνουν σε συντάξεις γήρατος και επιζώντων. Στην ΕΕ το αντίστοιχο ποσό είναι 618 ευρώ.
Στις οικογένειες και τα παιδιά αναλογούν μόλις 51 ευρώ, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι 124 ευρώ. Για ασθένεια και αναπηρία το ποσό είναι 85 ευρώ, έναντι 141 ευρώ. Η ανεργία απορροφά 40 ευρώ, ο κοινωνικός αποκλεισμός 28 ευρώ και η στέγαση μόλις 11 ευρώ.
Από τη σύγκριση δεν προκύπτει ότι οι συντάξεις οφείλουν να περικοπούν. Φαίνεται, όμως, πόσο περιορισμένο μένει το κομμάτι των κοινωνικών πόρων για οικογένειες, παιδιά και ανθρώπους με αναπηρία. Την περίοδο 2019-2024 η συνολική δαπάνη κοινωνικής προστασίας στην Ελλάδα έπεσε από 19,6% σε 17,7% του ΑΕΠ. Την ίδια περίοδο ο ευρωπαϊκός μέσος όρος ανέβηκε από 16,2% σε 17%.

































