Ο Πάμπλο Ερνάντεθ ντε Κος είναι ένας από τους δύο υποψηφίους για τη διαδοχή της Κριστίν Λαγκάρντ στην προεδρία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ). Επισήμανε ότι οι αρμόδιοι της νομισματικής πολιτικής οφείλουν να μείνουν προσεκτικοί απέναντι στους κινδύνους για τον πληθωρισμό που προέρχονται από τις υψηλές τιμές της ενέργειας.
Σε συνέντευξη που κυκλοφόρησε το Σάββατο στην ελβετική εφημερίδα Tages-Anzeiger εξήγησε ότι, έως τώρα, δεν έχουν εκδηλωθεί οι λεγόμενες επιδράσεις «δεύτερου γύρου». Πρόκειται για την περίπτωση όπου οι επιχειρήσεις προχωρούν σε αυξήσεις τιμών και οι εργαζόμενοι διεκδικούν μεγαλύτερες αποδοχές εξαιτίας του κόστους της ενέργειας.
Διευκρίνισε ότι δεν επιβεβαιώθηκε η αρχική προσδοκία για γρήγορο τέλος του πολέμου και για συνακόλουθη υποχώρηση των ενεργειακών τιμών. Πρόσθεσε ότι, συνεπώς, χρειάζεται εγρήγορση απέναντι στους κινδύνους που αφορούν τον πληθωρισμό.
Αν οι κεντρικές τράπεζες προχωρήσουν σε άνοδο των επιτοκίων, αυτό θα πρέπει να στηρίζεται στη διαπίστωση κινδύνων για τη σταθερότητα των τιμών, με βάση τα νέα στοιχεία, υπογράμμισε ο ντε Κος. Σήμερα διευθύνει την Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών (Bank for International Settlements), που εδρεύει στη Βασιλεία της Ελβετίας.
Οι διεκδικητές της προεδρίας της ΕΚΤ
Οι υπουργοί Οικονομικών της Ευρωζώνης πρόκειται να συζητήσουν τη Δευτέρα τις υποψηφιότητες για την επόμενη προεδρία της ΕΚΤ. Προς το παρόν οι μόνοι που διεκδικούν τη θέση είναι ο Ισπανός ντε Κος και ο Ολλανδός Κλάας Νοτ.
Την ώρα της επιλογής, ο πληθωρισμός κινείται στο διπλάσιο του στόχου 2% που έχει θέσει η ΕΚΤ. Οι δημοσιονομικές πιέσεις, παράλληλα, ανησυχούν τους επενδυτές στη Γαλλία.
Τη Δευτέρα οι 21 υπουργοί Οικονομικών της Ευρωζώνης θα αξιολογήσουν τους υποψηφίους, η οριστική απόφαση όμως ανήκει στους Ευρωπαίους ηγέτες. Έτσι, το ενδιαφέρον στρέφεται σε άτυπη σύνοδο κορυφής που έχει οριστεί για τις 13 Νοεμβρίου, καθώς και σε ειδική σύνοδο στις 26-27 Νοεμβρίου.
Στη συνέντευξη ο ντε Κος απέφυγε να τοποθετηθεί ευθέως για τη δική του υποψηφιότητα. Διατύπωσε, πάντως, ανησυχία για το υψηλό χρέος ορισμένων οικονομιών, παράγοντα κινδύνου σε περίοδο όπου το κόστος δανεισμού είναι πιθανό να αυξηθεί κι άλλο.
Ανέφερε ότι κάποιες χώρες εμφανίζουν επίμονα υψηλά δημοσιονομικά ελλείμματα, μολονότι το δημόσιο χρέος έχει ήδη αγγίξει ιστορικά υψηλά επίπεδα. Τα υψηλότερα επιτόκια, πρόσθεσε, ανεβάζουν και το κόστος εξυπηρέτησης αυτού του χρέους.

































