Στο «υψηλότερο» ανάκτορο της Κρήτης, την Ζώμινθο, συνεχίστηκε η ανασκαφή ... Ημερομηνία:
2/10/2020, 10:00 - Εμφανίσεις: 70
Στο «υψηλότερο» ανάκτορο της Κρήτης, την Ζώμινθο, συνεχίστηκε η ανασκαφή της Αρχαιολογικής Εταιρείας υπό την διεύθυνση της Επίτιμης Διευθύντριας Αρχαιοτήτων, Δρ.
Έφης Σαπουνά-Σακελλαράκη.
Παρά τις δύσκολες συνθήκες (COVID-19) η ανασκαφή διενεργήθηκε με όλους τους επιβαλλόμενους όρους προστασίας.
Η ανασκαφή σκοπό είχε, τη διευκρίνιση του τρόπου πρόσβασης στη βόρεια είσοδο του Κεντρικού Κτηρίου, μίας από τις κεντρικές εισόδους και την επαλήθευση της βιομαγνητικής έρευνας, που είχε πραγματοποιηθεί από την ομάδα του Α.
Σαρρή βορείως του Κεντρικού Κτηρίου.
Η φετινή ανασκαφή απέδειξε, ότι το υπάρχον, διώροφο ή και τριώροφο Κεντρικό Κτήριο είχε παλαιότερη χρήση, τουλάχιστον από το 2000 π.Χ.
και ότι από το 1700 π.Χ άρχισε να επεκτείνεται στον γύρω χώρο, κάτι που έχει ήδη εντοπιστεί σε παλαιότερες ανασκαφικές περιόδους, με επιστέγασμα όμως εφέτος την αποκάλυψη των δύο νέων συγκροτημάτων.
Εν τέλει διαφαίνεται, ότι η έρευνα στη βόρεια κλιτύ του λόφου, όπου είναι το ανάκτορο, δεν έχει εξαντληθεί ανασκαφικά και ότι χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση.
Για άλλη μία φορά αποδεικνύεται, ότι το ανάκτορο της Ζωμίνθου είχε έναν πολιτικό, οικονομικό και θρησκευτικό χαρακτήρα σε όλη τη διάρκεια της ύπαρξής του, λόγω και της γειτνίασης με το μεγάλο θρησκευτικό κέντρο του Ιδαίου Άντρου, το οποίο είχε ακτινοβολία στην Ανατολική Μεσόγειο, την Εγγύς Ανατολή και την Αίγυπτο.
Η φετινή ανασκαφή έδειξε, ότι η πρόσβαση προς την βόρεια είσοδο γινόταν ήδη από τα παλαιοανακτορικά χρόνια (περί το 1900 π.Χ.) με μία ράμπα, η οποία κατέληγε σε ισχυρό αναλημματικό τοίχο και η οποία στη συνέχεια επιστρώθηκε άλλες δύο φορές με πλάκες κατά την περίοδο των νέων ανακτόρων (1700-1600 π.Χ.).
Στον ισχυρό αναλημματικό τοίχο δημιουργήθηκε λοξός, τελετουργικός διάδρομος, που έφθανε στην βόρεια είσοδο.
Η χρήση του από την περίοδο των πρώτων ανακτόρων επιβεβαιώνεται από κεραμεική και ιδιαίτερα από τα κύπελλα του τύπου της ΜΜ περιόδου (περί το 1800 π.Χ.), τα οποία είναι χαρακτηριστικά της κνωσιακής αγγειοπλαστικής.