Ιδιαίτερα διαφωτιστικός αναφορικά με το θέμα που εξετάζουμε, δηλαδή το εννοιολογικό πλαίσιο τού ελληνίζειν, είναι ένας ορισμός που διατύπωσε ο Ολυμπιόδωρος ο Αλεξανδρεύς (ή Νεότερος), νεοπλατωνικός φιλόσοφος του 6ου αιώνα μ.Χ. Ακολουθώντας στην ουσία την ίδια γραμμή με τον Πλάτωνα, ο οποίος πολλούς αιώνες πιο νωρίς είχε συνδέσει την καλή γνώση της ελληνικής με τη διαδικασία της διδασκαλίας και της μάθησης, ο αλεξανδρινός λόγιος, στα σχόλιά του για τον Αλκιβιάδη (Σχόλια εις τον Πλάτωνος Αλκιβιάδην), τονίζει τα εξής: το δε ελληνίζειν διττόν· ή το απλώς Ελλάδι φωνή μόνη κεχρήσθαι, ου διδάσκαλοί εισιν οι πολλοί· ή το απταίστως διαλέγεσθαι, ου διδάσκαλοί εισιν οι γραμματικοί, περί γαρ ελληνισμού η γραμματική («το ελληνίζειν έχει διττή σημασία: ή το να είναι κανείς σε θέση να χρησιμοποιεί απλώς την ελληνική, κάτι που θα μπορούσε να διδαχθεί από τους πολλούς, ή το να θα μπορούσε να μιλά τα ελληνικά άπταιστα, κάτι που θα μπορούσε να διδαχθεί από τους γραμματικούς, καθόσον αντικείμενο της γραμματικής είναι η ορθή χρήση της ελληνικής»). Αξιοπρόσεκτη είναι, κατά πρώτον, η χρήση του όρου ελλην
Διαβάστε περισσότερα |