Ο Αριστοτέλης, στο διδακτικό σύγγραμμά του Ρητορική τέχνη (τρίτο βιβλίο, κεφάλαιο 5), ισχυρίζεται ότι το ελληνίζειν, δηλαδή το να μιλά κανείς σωστά ελληνικά, είναι η βάση του λεκτικού, η βάση της γλωσσικής διατύπωσης (Έστι δ’ αρχή της λέξεως το ελληνίζειν). Ο εκ των κορυφαίων ερευνητών και διανοητών της αρχαιότητας θεωρούσε πρωτεύουσας σημασίας όσον αφορά το ύφος (έτσι μεταφράζει την αριστοτελική λέξιν ο αείμνηστος Δημήτριος Λυπουρλής) την έννοια της σαφήνειας, την ακρίβεια και την ευκρίνεια στον τρόπο έκφρασης, που ήταν συνυφασμένη με την αρετή τού ελληνίζειν. Με το ζήτημα της σαφήνειας καταπιάστηκαν αργότερα και οι αλεξανδρινοί γραμματικοί, οι οποίοι απέδιδαν ύψιστη προτεραιότητα στο διά του ελληνισμού τα ασαφή σαφηνίσαι, δηλαδή στο να καταστήσουν σαφή τα δυσνόητα ή σκοτεινά σημεία των κειμένων μέσω της ορθής χρήσης της ελληνικής γλώσσας, κάτι που σήμαινε πιστή τήρηση των γραμματικών κανόνων της και επιλογή του κατάλληλου (δόκιμου) ανά περίπτωση ύφους.Γενικότερα, πάντα από γλωσσικής απόψεως, η έννοια της σαφήνειας αντιμετωπίζεται ως δομικός παράγοντας του αντιθετικού σχήματος «ελ
Διαβάστε περισσότερα |