Ύστερα από τις ανωτέρω εισαγωγικές παρατηρήσεις, δηλωτικές της πολυπλοκότητας του αρχαιοελληνικού ιατρικού λεξιλογίου, μπορούμε να προβούμε στην εξέταση των κύριων όρων που χρησιμοποιούνταν στον αρχαίο ελληνικό λόγο με σκοπό να δηλωθεί η φυσιολογική κατάσταση του ανθρώπινου –αλλά και του ζώντος εν γένει– οργανισμού. Πρωτεύουσα θέση μεταξύ των λέξεων αυτών κατέχει το επίθετο υγιής (ο έχων σωματική και πνευματική ευεξία) μαζί με τα παράγωγά του: το ουσιαστικό υγίεια/υγιεία (σωματική και διανοητική ευρωστία), τα συνώνυμα επίθετα υγιεινός και υγιηρός (ο συντελών στην υγεία, ο ωφέλιμος για την υγεία), τα ρήματα υγιαίνω (είμαι καλά στην υγεία μου, έχω ευεξία) και υγιάζω (θεραπεύω, γιατρεύω), η μετοχή υγιαίνων (ως ονοματικός τύπος, εναλλασσόμενος με το επίθετο υγιής). Η παθολογική κατάσταση του οργανισμού, η μη φυσιολογική, εκφραζόταν με τα αντώνυμα των λέξεων που προαναφέρθηκαν. Ως αντίθετα του επιθέτου υγιής εμφανίζονται οι λέξεις νοσερός (ασθενικός, φιλάσθενος), κάμνων (ο κατάκοπος, ο υποφέρων εξ ασθενείας), ασθενών, αλγών (αυτός που αισθάνεται σωματικό ή ψυχικό πόνο), πονών (ο πάσχων,
Διαβάστε περισσότερα |