Η λέξη εγγύη (εν+γυίον, τα μέλη του σώματος) στην αρχαία ελληνική γλώσσα σημαίνει το ενέχυρο, εν γένει δε την ασφάλεια, την εγγύηση ή τη βεβαίωση. Ως όρος του αθηναϊκού οικογενειακού δικαίου η εγγύη περιελάμβανε την έννοια της μνηστείας (του αρραβώνα), αλλά όχι μόνο αυτήν. Και τούτο, διότι, πέρα από την υπόσχεση του πατέρα προς τον υποψήφιο γαμπρό ότι θα του παραδώσει την κόρη του, είχε και τη σημασία της προσωπικής διαβεβαίωσης προς εκείνον ότι η θυγατέρα του ήταν καρπός του νόμιμου γάμου μεταξύ ενός πατέρα που ήταν γνήσιος Αθηναίος και μιας μητέρας που ήταν αυθεντικής αθηναϊκής καταγωγής, δηλαδή μιας Ατθίδος. Ο πατέρας που παρείχε την εγγύην, τη διαβεβαίωση περί της γνησιότητας της κόρης του, αναφέρεται στις σχετικές πηγές ως εγγυών, ο υποψήφιος γαμπρός ως εγγυώμενος, η δε θυγατέρα-μνηστή ως εγγυητή. Εκτός από το σώμα των εννέα αρχόντων, για το οποίο κάναμε λόγο στο αμέσως προηγούμενο άρθρο μας, σοβαρά κοινωνικά καθήκοντα επιτελούσε μια ακόμα Αρχή της αθηναϊκής δημοκρατίας, οι καλούμενοι ένδεκα. Τα μέλη της αστυνομικής αυτής Αρχής (τα δέκα εξ αυτών αντιπροσώπευαν τις ισάριθμες φυ
Διαβάστε περισσότερα |