Στο ευρύτερο πλαίσιο μιας συνολικής προσέγγισης του εξελληνισμού, αυτό που αναδεικνύεται είναι πως ο ελληνικός πολιτισμός, ακριβώς χάρη στον ξεχωριστό χαρακτήρα του, μπορούσε να περιλαμβάνει λαούς που διέφεραν ριζικά μεταξύ τους. Με αυτό το δεδομένο, ο ελληνισμός απέκτησε στην ύστερη αρχαιότητα καινούργια σημασία και διαφορετικό νόημα. Έγινε η γέφυρα για το πέρασμα από τον παγανισμό στον χριστιανισμό. Φορέας της μετάβασης στάθηκε η ελληνική γλώσσα, το ιδίωμα που τότε κυριαρχούσε στην Ανατολική Μεσόγειο, και μέσω αυτής κατέστη δυνατή η συνύπαρξη της ειδωλολατρικής παράδοσης και του ειδωλολατρικού κόσμου της Ανατολής με τη χριστιανική πίστη.Η στροφή από την αρχαία θρησκεία στη νέα, από το ειδωλολατρικό στο χριστιανικό, κάθε άλλο παρά εύκολη υπήρξε. Η αντίθεση ανάμεσα στους δύο κόσμους είχε θεμελιώδη χαρακτήρα. Με το σύνθετο αυτό πρόβλημα καταπιάστηκαν στα κείμενά τους μείζονες χριστιανοί θεολόγοι και διανοούμενοι ελληνικής παιδείας, όπως ο Μέγας Βασίλειος και ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός. Στο ίδιο ζήτημα αναμείχθηκε την ίδια εποχή, τον 4ο αιώνα, και ο ρωμαίος αυτοκράτορας Ιουλιανός, ο απο
Διαβάστε περισσότερα |