Β. αιμορραγικός/αιμορροϊκός (ο υποκείμενος σε αιμορραγία, ο προξενών αυτήν), δυσεντερικός (ο σχετιζόμενος με δυσεντερία, ο πάσχων από αυτήν), εμετικός (ο προκαλών εμετό), επιληπτικός (ο αναφερόμενος σε επιληψία, ο πάσχων από αυτήν), θερμαντικός (ο παράγων θερμότητα, ο έχων την ιδιότητα να θερμαίνει), ικτερικός (ο πάσχων από ίκτερο, ο προκαλούμενος από ίκτερο), καθαρτικός (υπακτικός, ο συντελών στον εσωτερικό καθαρισμό του σώματος με κένωση), καυστικός (ο συντελών στην καυτηρίαση, ο αναφερόμενος σε έντονο πόνο που συνοδεύεται από αίσθημα καύσου, υπερβολικής θερμότητας), μανικός (παράφρων, ο ανήκων ή αρμόζων σε μανία, τρέλα), μελαγχολικός (ο σχετιζόμενος με τη μέλαινα/μαύρη χολή), περιεστικός (παράγωγο του ρήματος περίειμι/αναρρώνω ή επιζώ, όρος αναφερόμενος σε νοσήματα με πρόγνωση ίασης), υδρωπικός (ο πάσχων από υδρωπικία, παθολογική συγκέντρωση ορώδους υγρού σε ιστούς ή σωματικές κοιλότητες), φθισικός (ο πάσχων από φθίση, φυματικός), φονικός (όρος αναφερόμενος σε καταληκτική πρόγνωση, σε μη αναστρέψιμη πορεία της υγείας), φρενιτικός (ο σχετιζόμενος με φρενίτιδα, ο πάσχων από φρενίτ
Διαβάστε περισσότερα |