Ένα αξιοπρόσεκτο κομμάτι του ιατρικού λεξιλογίου των αρχαίων Ελλήνων αποτελούν οι όροι εκείνοι που προέρχονταν μεν από το βασικό λεξιλόγιο, το λεξιλόγιο που μεταχειρίζονταν οι καθημερινοί άνθρωποι, αλλά είχαν μεταβληθεί σημασιακώς, είχαν αποκτήσει δηλαδή ένα νέο σημασιολογικό περιεχόμενο κατόπιν παρεμβάσεως μελών της ιατρικής κοινότητας (προπάντων αυτών που ασπάζονταν την ιπποκρατική διδασκαλία). Οι όροι αυτοί, καθαρά συμβατικού χαρακτήρα, ήταν ιδιαίτερα χρήσιμοι στην επικοινωνία μεταξύ ιατρών. Αντιπροσωπευτικό παράδειγμα αποτελεί το ρήμα ελπίζω, που οι άνθρωποι του ιατρικού κλάδου χρησιμοποιούσαν με την έννοια της ασφαλούς πρόβλεψης της πορείας μιας νόσου. Η σημασιακή αλλαγή, το πέρασμα από το πεδίο των συναισθημάτων (το ελπίζω είχε στο τρέχον λεξιλόγιο, το λεξιλόγιο του απλού κόσμου, την έννοια τού προσδοκώ, φοβάμαι) σε εκείνο της νόησης (της αμιγούς νοητικής διεργασίας), είναι εδώ εμφανές. Βάσει συγκεκριμένων σημείων, δηλαδή συμπτωμάτων που παρουσίαζε ο ασθενής, και αντλώντας διδάγματα από παρόμοια ιατρικά περιστατικά του παρελθόντος, ο ιατρός μπορούσε να προβλέψει με σιγουριά τ
Διαβάστε περισσότερα |