Ιδιαίτερα σημαντική για τους πρώτους έλληνες φιλοσόφους αποδείχθηκε η ουσιαστικοποιημένη μετοχή ουδέτερου γένους του ρήματος ειμί: το ον και (στον πληθυντικό) τα όντα, δηλαδή τα υπάρχοντα πράγματα, τα όντως υπάρχοντα. Οι σκαπανείς του φιλοσοφικού στοχασμού χρησιμοποίησαν τη λέξη όντα ως τεχνικό όρο, με σκοπό να δηλώσουν όλα όσα κατά τη δική τους αντίληψη αποτελούσαν συστατικό ή περιεχόμενο του κόσμου. Η παλαιότερη γνωστή χρήση του όρου αυτού απαντά στον Αναξίμανδρο τον Μιλήσιο (circa 610-546 π.Χ.), ο οποίος θεωρεί ως αρχή και στοιχείο των όντων το άπειρον, ενώ λίγο αργότερα, στον Παρμενίδη τον Ελεάτη (β’ μισό του 6ου και α’ μισό του 5ου αιώνα π.Χ.), το ον (το ένα και μοναδικό, το αγέννητο και άφθαρτο, το πάντα παρόν και υπαρκτό, το αληθινό) είναι πλέον στον πυρήνα της σκέψης ή, μάλλον, ταυτίζεται με τη σκέψη. Την ίδια οδό, της αξιοποίησης στο φιλοσοφικό πεδίο των ποικίλων μορφών και σημασιών του ρήματος ειμί στην προ της φιλοσοφίας γλώσσα, ακολούθησαν δύο εκ των κορυφαίων ερευνητών και διανοητών της ελληνικής κλασικής αρχαιότητας, ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης. Ο πρώτος εξ αυτών, κάνο
Διαβάστε περισσότερα |