Η προσέγγιση της έννοιας του ελληνισμού από τη σκοπιά της γλώσσας ειδικότερα –αυτό είναι, υπενθυμίζουμε, το πρωταρχικό μέλημά μας στην τρέχουσα σειρά άρθρων– μας οδηγεί ευθύς εξαρχής στο ρήμα ελληνίζω με τη σημασία που είχε στο αρχαιοελληνικό λεξιλόγιο. Το εν λόγω ρήμα, που αποτελεί την ετυμολογική αφετηρία του όρου ελληνισμός, απαντά στα κείμενα των Κλασικών Χρόνων (5ος-4ος αιώνας π.Χ.), κατά βάση με την έννοια τού «ομιλώ ελληνιστί», «μιλώ ελληνικά» ή «εκφράζομαι στα ελληνικά». Βεβαίως, δεδομένης της συνύπαρξης διαφόρων μορφών της ελληνικής την εποχή εκείνη, το «μιλώ ελληνικά» σήμαινε στην πραγματικότητα ότι καταλαβαίνω και μιλώ κάποια από τις τοπικές διαλέκτους που συναποτελούσαν τότε την ελληνική γλώσσα. Προϊόντος του χρόνου, όπως έχουμε τονίζει διεξοδικά σε παλαιότερα άρθρα μας, οι προαναφερθείσες αρχαιοελληνικές διάλεκτοι εισήλθαν σε φάση παρακμής και σταδιακά παραμερίστηκαν από την περίφημη ελληνιστική κοινή, γέννημα της κυρίαρχης κατά τους Κλασικούς Χρόνους αττικής διαλέκτου. Η εξέλιξη αυτή, η πλήρης επικράτηση της κοινής –έτσι την ονόμασαν οι ίδιοι οι αρχαίοι– κατά την Ελλη
Διαβάστε περισσότερα |