Την ίδια γραμμή με τον Θουκυδίδη ακολούθησε τον επόμενο αιώνα (τον 4ο αιώνα π.Χ.) ο Αριστοτέλης, ο οποίος επιχείρησε μάλιστα να ερμηνεύσει την υπεροχή των Ελλήνων έναντι των βαρβάρων με όρους περιβαλλοντικού ντετερμινισμού. Πιο συγκεκριμένα, ο μεγάλος σταγειρίτης φιλόσοφος υποστήριξε ότι το γένος των Ελλήνων ήταν το μοναδικό που συνδύαζε τη γενναιότητα με το καλλιεργημένο πνεύμα, το υψηλό φρόνημα («θυμός») με τις πνευματικές αρετές («διάνοια»), επειδή ζούσε ανάμεσα στα έθνη των ψυχρών τόπων και της Ευρώπης από τη μια και της Ασίας από την άλλη (τα πρώτα ήταν μεν γενναία, αλλά υστερούσαν σε πνευματικά εφόδια και δεξιότητες, τα δεύτερα πάλι το ακριβώς αντίστροφο). Προεκτείνοντας τη σκέψη του, ο Αριστοτέλης ισχυρίστηκε ότι οι πολιτικοί προβληματισμοί και οι φιλοσοφικές αναζητήσεις θα έπρεπε να συμπεριλαμβάνονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα των ελλήνων –ενηλίκων και αρρένων– πολιτών, ενώ οι βάρβαροι, που ήταν εκ φύσεως –εξαιτίας έμφυτης νοητικής υστέρησης– δούλοι, θα έπρεπε να αποτελούν την εργατική τάξη. Το προφανώς σαθρό αυτό επιχείρημα περί φυσικής δουλείας δεν εμπόδισε πάντως τον
Διαβάστε περισσότερα |