Κατά τους Στωικούς, αληθές είναι «το υπάρχον και αντικείμενόν τινι» και ψεύδος «το μη υπάρχον και [μη] αντικείμενόν τινι». Εκκινώντας από την παραδοχή ότι «κοινώς εν λεκτώ το αληθές είναι και το ψεύδος», διαχωρίζουν τα λεκτά σε αυτοτελή (πλήρεις εκφράσεις, ολοκληρωμένα νοήματα) και ελλιπή (μη πλήρεις εκφράσεις, ανολοκλήρωτα νοήματα). Στα αυτοτελή συγκαταλέγονται οι λογικές προτάσεις, τα λεγόμενα αξιώματα, «άπερ λέγοντες ήτοι αληθεύομεν ή ψευδόμεθα». Οι Στωικοί χρησιμοποιούν διαφορετικούς ρηματικούς τύπους για να δηλώσουν τη διαφορά ανάμεσα στα σώματα (όσα έχουν πραγματική ύπαρξη) και τα ασώματα (ως τέτοια, ανύπαρκτα δηλαδή, θεωρούνται το λεκτόν, ο τόπος, ο χρόνος και το κενόν): το υπάρχειν (υπάρχω) αναφέρεται στα πρώτα, το υφεστάναι (υφίσταμαι) στα δεύτερα. Από το ρήμα υφίσταμαι παράγεται το ουσιαστικό υπόστασις (λατινιστί substantia), φιλοσοφικός όρος πρωταρχικής σημασίας κατά την ύστερη αρχαιότητα. Η χρήση της λέξης αυτής, με σκοπό να δηλωθούν τα σταθερά και διαρκή (σε αντιδιαστολή προς τα ευμετάβλητα και παροδικά) χαρακτηριστικά ενός όντος, συνδέεται προφανώς –από απόψεως μεταφο
Διαβάστε περισσότερα |