Ο ελεύθερος χρόνος και η κοινωνική συμμετοχή μετρούν στην ποιότητα ζωής. Παρ' όλα αυτά, για εκατομμύρια Ευρωπαίους ακόμη και ο αθλητισμός, ο κινηματογράφος και οι συναυλίες μένουν εκτός οικονομικής εμβέλειας.
Από τα στοιχεία της Eurostat για το 2025 προκύπτει ότι το 12,1% των ατόμων 16 ετών και άνω στην ΕΕ δεν μπορούσε να καλύψει το κόστος της συστηματικής συμμετοχής σε δραστηριότητες αναψυχής.
Η ηλικιακή ομάδα αριθμεί περίπου 381 εκατομμύρια ανθρώπους, οπότε το ποσοστό αντιστοιχεί σε περίπου 46 εκατομμύρια άτομα.
Την πρώτη θέση κατέχει η Ελλάδα, όπου περισσότεροι από ένας στους τέσσερις πολίτες στερούνται αυτή τη δυνατότητα.
Τα στοιχεία αποτυπώνουν κοινωνικές ανισότητες που στενεύουν την πρόσβαση στον ελεύθερο χρόνο, καθώς και μεγάλες διαφορές ανάμεσα σε χώρες με παρόμοια εισοδήματα.
Μεγάλες διαφορές ανάμεσα στις χώρες της Ευρώπης
Πρώτη στη σχετική κατάταξη είναι η Ελλάδα, με 27,3% των ανθρώπων να μην έχουν την οικονομική δυνατότητα τακτικής αναψυχής. Δεύτερη έρχεται η Ρουμανία, με 23,3%, σύμφωνα με το Euronews.
Εκτός από την Ελλάδα και τη Ρουμανία, αυξημένα ποσοστά οικονομικής στέρησης έχουν η Λιθουανία (17,9%), η Λετονία (16,2%), η Βόρεια Μακεδονία (15,9%) και η Ουγγαρία (15,8%).
Πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ κινούνται επίσης η Γαλλία, με 13,9%, και η Ισπανία, με 13,4%. Η Ελβετία βρίσκεται στο 13% και η Γερμανία στο 11,7%. Στην Ιταλία, το κόστος αφήνει εκτός τακτικής αναψυχής το 10,7% των ατόμων.
Πολύ χαμηλότερα εμφανίζονται η Τσεχία (4,1%), το Λουξεμβούργο (5,4%) και, με 5,7% η καθεμία, η Νορβηγία και η Σλοβακία. Οι Κάτω Χώρες είναι στο 6,7% και η Κύπρος στο 6,3%. Σε Πορτογαλία και Τουρκία το ποσοστό φτάνει το 8,7%, στην Ιρλανδία το 9,2% και στο Βέλγιο το 9,7%.
Ακόμη και στις σκανδιναβικές χώρες της ΕΕ τα ποσοστά υπερβαίνουν το αντίστοιχο της Κροατίας: 10,4% στη Δανία, 9,7% στη Σουηδία και 7,9% στη Φινλανδία.
Από τις αποκλίσεις αυτές φαίνεται ότι η οικονομική δυνατότητα συμμετοχής στον ελεύθερο χρόνο δεν μοιράζεται ομοιόμορφα στην Ευρώπη. Φαίνεται επίσης ότι το εισόδημα, μόνο του, δεν επαρκεί για να εξηγηθούν οι διαφορές.
Περισσότερα εμπόδια για τις γυναίκες
Η οικονομική πρόσβαση στην αναψυχή εμφανίζει και ανισότητες φύλου. Σχεδόν σε κάθε χώρα που εξετάστηκε, οι γυναίκες δυσκολεύονται περισσότερο από τους άνδρες. Μοναδική εξαίρεση η Μάλτα, όπου η διαφορά είναι οριακή.
Στην ΕΕ, το μερίδιο των γυναικών που δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα συμμετοχής σε δραστηριότητες αναψυχής είναι 13%, ενώ των ανδρών 11,1%.
Τα μεγαλύτερα χάσματα εντοπίζονται στη Λιθουανία, με 5,1 ποσοστιαίες μονάδες, στη Ρουμανία με 4,7, στη Δανία με 3,9 και στη Γαλλία με 3,7.
Προκύπτει έτσι μια πρόσθετη πλευρά της ανισότητας. Η δυνατότητα να αξιοποιηθεί ο ελεύθερος χρόνος επηρεάζεται τόσο από τις οικονομικές συνθήκες όσο και από ευρύτερους κοινωνικούς παράγοντες.
Το εισόδημα δεν εξηγεί ολόκληρη την εικόνα
Ανάλυση του Euronews Business σε 33 ευρωπαϊκές χώρες εξετάζει τη σχέση του εισοδήματος με την οικονομική δυνατότητα συμμετοχής σε δραστηριότητες αναψυχής. Η συσχέτιση που προκύπτει είναι μέτρια και το εισόδημα εξηγεί λιγότερο από το ένα πέμπτο των διαφορών ανάμεσα στις χώρες.
Η ανάλυση στηρίζεται στα στοιχεία της Eurostat για το διάμεσο ισοδύναμο εισόδημα, εκφρασμένο σε μονάδες αγοραστικής δύναμης (PPS). Οι μονάδες αυτές επιτρέπουν συγκρίσεις μεταξύ χωρών, επειδή συνυπολογίζουν τις διαφορές στο επίπεδο των τιμών.
Ως παράδειγμα ξεχωρίζουν η Τσεχία, η Εσθονία, η Λετονία και η Λιθουανία. Τα διάμεσα εισοδήματα των τεσσάρων χωρών είναι σχεδόν ίδια και κινούνται από 17.097 έως 17.190 PPS.
Το ποσοστό όσων στερούνται δραστηριότητες αναψυχής λόγω κόστους, όμως, απέχει πολύ: από 4,1% στην Τσεχία έως 17,9% στη Λιθουανία. Η Εσθονία βρίσκεται στο 10,7% και η Λετονία στο 16,2%.
Κάτι ανάλογο ισχύει για τη Γαλλία και την Κύπρο. Τα διάμεσα εισοδήματά τους σχεδόν ταυτίζονται, στα 23.792 και 23.782 PPS αντίστοιχα, αλλά η οικονομική στέρηση είναι 13,9% στη Γαλλία και μόλις 6,3% στην Κύπρο.
Η Ελλάδα ξεχωρίζει περισσότερο από κάθε άλλο παράδειγμα της σύγκρισης. Έχει το χαμηλότερο διάμεσο εισόδημα, στα 13.612 PPS, και ταυτόχρονα το υψηλότερο ποσοστό αδυναμίας συμμετοχής σε δραστηριότητες αναψυχής.
Η Τουρκία και η Σερβία, παρότι έχουν χαμηλότερα εισοδήματα, εμφανίζουν 8,7% και 9,9% αντίστοιχα.
Τα παραδείγματα δείχνουν ότι οι οικονομικές συνθήκες μετρούν, χωρίς να ορίζουν μόνες τους το αποτέλεσμα. Στο αποτέλεσμα ενδέχεται να συμβάλλουν και το κόστος των δραστηριοτήτων, η πρόσβαση σε διαθέσιμες επιλογές και οι ευρύτερες κοινωνικές συνθήκες.
Η αντιπαραβολή για το 2025 συγκρίνει το ποσοστό των ατόμων χωρίς οικονομική δυνατότητα τακτικής συμμετοχής σε δραστηριότητες αναψυχής με το διάμεσο ισοδύναμο εισόδημα σε PPS.
Φτώχεια και ανισότητα μέσα στις χώρες
Στις συνιστώσες που εξετάζονται διαφαίνεται συσχετισμός ανάμεσα στη φτώχεια και στον αποκλεισμό από τον ελεύθερο χρόνο.
Κατά την Eurostat, τα άτομα που ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας στην ΕΕ έχουν πάνω από τρεις φορές μεγαλύτερη πιθανότητα να μην μπορούν οικονομικά να συμμετάσχουν σε δραστηριότητες αναψυχής. Για την ομάδα αυτή το ποσοστό φτάνει συνολικά το 29%.
Αντίθετα, η ανάλυση του Euronews Business δεν βρίσκει στατιστικά σημαντική σχέση ανάμεσα στην εισοδηματική ανισότητα στο εσωτερικό των χωρών και στην οικονομική αδυναμία συμμετοχής σε δραστηριότητες αναψυχής. Μέτρο της ανισότητας είναι ο συντελεστής Gini της Eurostat, που δείχνει πόσο άνισα κατανέμεται το εισόδημα.
Οι ερευνητές σημειώνουν ακόμη ότι ο τρόπος με τον οποίο οι πολίτες αντιλαμβάνονται τις ανάγκες τους μπορεί να επηρεάζει τις απαντήσεις τους στις έρευνες.
Σε έγγραφο εργασίας της Eurostat, η Anne-Catherine Guio και οι συνεργάτες της αναφέρουν ότι άνθρωποι με χαμηλά εισοδήματα μπορεί να δηλώνουν πως δεν θέλουν ορισμένα αγαθά ή δραστηριότητες, ενώ στην πραγματικότητα δεν διαθέτουν την οικονομική δυνατότητα να τα αποκτήσουν ή να λάβουν μέρος.
Ο ελεύθερος χρόνος είναι από τα στοιχεία που συχνά δεν λογίζονται ως απαραίτητα.
Πώς ορίζεται η δραστηριότητα αναψυχής
Κατά τον ορισμό της Eurostat, στις δραστηριότητες αναψυχής εντάσσονται, μεταξύ άλλων, ο αθλητισμός, ο κινηματογράφος και οι συναυλίες, εφόσον γίνονται έξω από το σπίτι.
Το σχετικό κόστος μπορεί να αφορά εισιτήρια, μετακινήσεις, εξοπλισμό ή συνδρομές. Στα παραδείγματα περιλαμβάνονται τα έξοδα για κολύμβηση, η αγορά ποδηλάτου και η συμμετοχή σε οργανωμένη δραστηριότητα, όπως ένας ποδοσφαιρικός σύλλογος.
Πέρα από τις επιμέρους δαπάνες, η πρόσβαση στην αναψυχή συνδέεται με τη δυνατότητα κοινωνικής συμμετοχής. Μελέτες συσχετίζουν τις κοινωνικές επαφές και τις δραστηριότητες ελεύθερου χρόνου με καλύτερη ψυχική ευεξία και με λιγότερα συμπτώματα κατάθλιψης και άγχους. Τη συμβολή τους στην ποιότητα ζωής σημειώνει και η Eurostat.
Στην περίπτωση της Ελλάδας, τα στοιχεία δείχνουν κάτι ευρύτερο από την αδυναμία κάλυψης ορισμένων εξόδων. Όταν η συμμετοχή στην αναψυχή εξαρτάται από το διαθέσιμο εισόδημα, λιγοστεύουν οι ευκαιρίες κοινωνικής αλληλεπίδρασης και αξιοποίησης του ελεύθερου χρόνου.
Οι μεγάλες διαφορές ανάμεσα στις ευρωπαϊκές χώρες δείχνουν ότι, για να αντιμετωπιστεί το ζήτημα, δεν αρκεί η εξέταση μόνο των εισοδημάτων. Χρειάζεται να ληφθούν υπόψη και οι συνθήκες που καθιστούν αυτές τις δραστηριότητες πράγματι προσιτές στους πολίτες.

































