Η παράνομη διακίνηση και διάθεση αλκοολούχων ποτών στην ελληνική αγορά, οι συνέπειες για τη δημόσια υγεία και την οικονομία και οι τρόποι αποτελεσματικότερης αντιμετώπισης απασχόλησαν τρεις εκπαιδευτικές ημερίδες. Έγιναν στις 12, 13 και 14 Οκτωβρίου 2026, στα Ιωάννινα, στη Λάρισα και στη Λαμία αντίστοιχα.
Διοργανωτές ήταν οι Γενικές Περιφερειακές Αστυνομικές Διευθύνσεις Ηπείρου, Θεσσαλίας και Στερεάς Ελλάδας, σε συνεργασία με την Ένωση Επιχειρήσεων Αλκοολούχων Ποτών (ΕΝΕΑΠ).
Στις ημερίδες πήραν μέρος στελέχη της Ελληνικής Αστυνομίας, των τελωνειακών και λιμενικών αρχών, του Γενικού Χημείου του Κράτους και του Συντονιστικού Επιχειρησιακού Κέντρου (ΣΕΚ) για την καταπολέμηση του λαθρεμπορίου προϊόντων που υπόκεινται σε Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης. Συμμετείχαν επίσης εκπρόσωποι της ΕΝΕΑΠ και της Alliance Against Counterfeit Spirits (AACS).
Κατά τις εργασίες παρουσιάστηκαν οι πρακτικές της παράνομης διακίνησης αλκοολούχων ποτών και οι μέθοδοι δράσης οργανωμένων κυκλωμάτων. Τονίστηκαν οι κίνδυνοι για την υγεία των καταναλωτών, οι απώλειες δημόσιων εσόδων και οι στρεβλώσεις που το παράνομο εμπόριο προκαλεί στον ανταγωνισμό.
Η γενική διευθύντρια της ΕΝΕΑΠ, Σοφίκα Παπανικολάου, στην εισήγησή της ανέπτυξε τις διεθνείς διαστάσεις του παράνομου εμπορίου αλκοολούχων ποτών. Επισήμανε ότι, κατά τον ΟΟΣΑ, η διαφορά τιμής ανάμεσα σε νόμιμα και παράνομα προϊόντα αποτελεί σημαντικό παράγοντα που ευνοεί την εξάπλωση του φαινομένου.
Ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης στα αλκοολούχα ποτά
Στρέφοντας την προσοχή στην ελληνική αγορά, παρέθεσε στοιχεία της πρόσφατης μελέτης του ΙΟΒΕ με τίτλο «Η συμβολή του κλάδου αποσταγμάτων στην ελληνική οικονομία» (Μάρτιος 2026). Από τη μελέτη προκύπτει ότι η Ελλάδα καταγράφει τον υψηλότερο συντελεστή Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης (ΕΦΚ) στα αποστάγματα μεταξύ των χωρών της Ε.Ε., σε μονάδες ισοδυναμίας αγοραστικής δύναμης. Ο ΕΦΚ και ο ΦΠΑ καλύπτουν το 55% της τελικής λιανικής τιμής ενός αποστάγματος.
Η μελέτη σημειώνει ότι η υψηλή φορολογική επιβάρυνση ενισχύει τα οικονομικά κίνητρα για παράνομη διακίνηση, με σημαντικές συνέπειες για τη νόμιμη αγορά και τα δημόσια έσοδα. Για την έκταση του φαινομένου, στοιχεία της ΑΑΔΕ που περιλαμβάνονται στη μελέτη δείχνουν ότι την τριετία 2022-2024 κατασχέθηκαν περίπου 500.000 λίτρα αλκοολούχων ποτών.
Η κ. Παπανικολάου αναφέρθηκε και στο σενάριο που εξετάζει το ΙΟΒΕ για σταδιακή σύγκλιση του ΕΦΚ στα αποστάγματα προς τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Προβλέπει μείωση του συντελεστή από τα 2.548 στα 1.930 ευρώ ανά 100 λίτρα αιθυλικής αλκοόλης.
Κατά τις εκτιμήσεις της μελέτης, μια τέτοια αναπροσαρμογή θα μπορούσε να οδηγήσει σε μετατόπιση ποσοτήτων από το παράνομο προς το νόμιμο εμπόριο. Προβλέπεται αύξηση των νόμιμων πωλήσεων κατά 8,3%, ενίσχυση του ΑΕΠ κατά περίπου 180 εκατ. ευρώ και θετική μεταβολή των συνολικών φορολογικών εσόδων έως 2,4 εκατ. ευρώ. Δεν αναμένεται σημαντική αύξηση της πραγματικής κατανάλωσης.
Η κ. Παπανικολάου δήλωσε ότι η υψηλή φορολογική επιβάρυνση των αποσταγμάτων διευρύνει τη διαφορά τιμής μεταξύ νόμιμων και παράνομων προϊόντων και ενισχύει τα οικονομικά κίνητρα για παράνομη διακίνηση. Γι' αυτό, ανέφερε, ο κλάδος έχει καταθέσει συγκεκριμένες προτάσεις, με κυριότερη τη σταδιακή μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στα αποστάγματα και τη σύγκλισή του προς τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ώστε να περιοριστούν τα κίνητρα για λαθρεμπόριο και να ενισχυθεί η νόμιμη αγορά.
Παράλληλα, όπως είπε, ο κλάδος θεωρεί αναγκαία την πλήρη εφαρμογή του συστήματος LOTIFY, την κατάρτιση ειδικού εθνικού σχεδίου ελέγχων για το αλκοόλ και την περαιτέρω ενίσχυση της συνεργασίας των αρμόδιων αρχών με τους φορείς της αγοράς.
Συμπλήρωσε ότι τέτοιες ημερίδες δίνουν σημαντική ευκαιρία ανταλλαγής γνώσεων και εμπειριών ανάμεσα στους εμπλεκόμενους φορείς. Ενισχύουν την κοινή κατανόηση του φαινομένου και τις δυνατότητες αποτελεσματικότερης αντιμετώπισής του.
Οι τρεις ημερίδες εντάσσονται στη διαχρονική συνεργασία της ΕΝΕΑΠ με τις αρμόδιες αρχές, με στόχο την ενίσχυση της ενημέρωσης και της εξειδικευμένης εκπαίδευσης των στελεχών των ελεγκτικών μηχανισμών. Με τη συμμετοχή της σε αντίστοιχες πρωτοβουλίες, η Ένωση συνεχίζει να συμβάλλει στον περιορισμό του παράνομου εμπορίου αλκοολούχων ποτών και στην προστασία της νόμιμης αγοράς.

































