Η προειδοποίηση διατυπώθηκε σε χρόνο που δεν την περίμενε κανείς. Το περασμένο καλοκαίρι ο Pablo Hernández de Cos, επικεφαλής της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών, επισήμανε ότι το υψηλό χρέος, μαζί με τον διευρυνόμενο ρόλο των μη τραπεζικών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων (NBFIs), όπως τα hedge funds, στις αγορές ομολόγων, δημιουργεί νέους κινδύνους για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.
Η γαλλική αγορά χρέους δέχτηκε έντονα την πίεσή τους, την ώρα που οι αποδόσεις ανεβαίνουν. Επενδυτές συνδέουν το εύρος και την ταχύτητα των κινήσεων με την εκκαθάριση θέσεων από τα hedge funds.
«Αργό» και «γρήγορο» χρήμα
Ανεπηρέαστη δεν έμεινε ούτε η μεγαλύτερη αγορά ομολόγων, τα Treasuries. Μέσα σε 20 χρόνια έχει επταπλασιαστεί και φτάνει τα 32 τρισ. δολάρια, καθώς ο «Θείος Σαμ» δανείζεται ανεξέλεγκτα.
Το «αργό χρήμα» ζυγίζει πλέον λιγότερο στην αμερικανική αγορά χρέους. Ο όρος αφορά ξένες κυβερνήσεις, κεντρικές τράπεζες και συνταξιοδοτικά ταμεία, που κρατούν ομόλογα σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα και δεν αντιδρούν στον ίδιο βαθμό στις μεταβολές των τιμών.
Η επενδυτική βάση έχει γίνει πιο απαιτητική. Η εικόνα, όμως, έχει μεταβληθεί. Οι ιδιώτες διευρύνουν τη συμμετοχή τους και κατέχουν σήμερα το 70% του αμερικανικού χρέους, σύμφωνα με το Bloomberg. Σχεδόν το ένα δέκατο της αγοράς κρατικών ομολόγων βρίσκεται σε hedge funds. Τα κεφάλαια αυτά έχουν και άλλα περιουσιακά στοιχεία στα οποία μπορούν να στραφούν. Η μόχλευση που χρησιμοποιούν για να εκμεταλλευτούν διαταραχές της αγοράς έχει τραβήξει την προσοχή των ρυθμιστικών αρχών, οι οποίες βλέπουν κινδύνους για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Αυτοί οι επενδυτές, το «γρήγορο χρήμα», πουλούν αν δεν εξασφαλίσουν την απόδοση που επιδιώκουν.
Την παρουσία τους παρακολουθούν με ανησυχία το υπουργείο Οικονομικών και η Federal Reserve. Το «γρήγορο χρήμα» έχει αποκτήσει μεγαλύτερη δύναμη. Αν αναστατωθεί από τη νομισματική πολιτική, την πορεία της οικονομίας ή την αύξηση του ελλείμματος, θα κλείσει θέσεις και θα συμβάλει στην εκτίναξη του κόστους δανεισμού.
Για τον Anshul Pradhan, επικεφαλής της στρατηγικής επιτοκίων των ΗΠΑ στην Barclays Plc, η συμπεριφορά αυτή φανερώνει το πραγματικό κόστος του χρήματος για τις ΗΠΑ.
Όπως ανέφερε, οι επενδυτές έχουν γίνει πιο απαιτητικοί. Όπου υπάρχουν μεγάλοι αγοραστές που δεν επηρεάζονται από τις τιμές, η προσφορά απορροφάται με σχετικά μικρές προσαρμογές. Μια αγορά που στηρίζεται στο ιδιωτικό κεφάλαιο ενδέχεται να χρειάζεται μεγαλύτερες παραχωρήσεις.
Στο φετινό κύμα πωλήσεων ομολόγων η μετατόπιση αυτή βαραίνει ακόμη περισσότερο. Οφείλεται σε μεγάλο βαθμό σε παράγοντες όπως η άνοδος των τιμών του πετρελαίου και οι βελτιωμένες προοπτικές οικονομικής ανάπτυξης. Η ανατιμολόγηση, πάντως, έχει αναζωπυρώσει τις ανησυχίες για τη δημοσιονομική πολιτική της αμερικανικής κυβέρνησης. Παράλληλα, ανεβάζει το κόστος δανεισμού για εταιρείες και ιδιώτες.
Οι κεντρικές τράπεζες
Οι ξένες κεντρικές τράπεζες αγοράζουν συνήθως κρατικά ομόλογα για να διαχειριστούν εθνικά αποθέματα και συναλλαγματικές ισοτιμίες. Οι ιδιώτες επενδυτές, αντίθετα, μπορούν ευκολότερα να εγκαταλείψουν τα κρατικά ομόλογα υπέρ εταιρικών τίτλων ή μετοχών. Η Fed, στο μεταξύ, δεν αγοράζει πλέον ομόλογα όπως στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης.
Ο Πολ Ντόνοβαν, επικεφαλής οικονομολόγος της UBS Global Wealth Management, τονίζει ότι οι κεντρικοί τραπεζίτες, ως επενδυτές, εμφανίζουν μικρότερη μεταβλητότητα, εν μέρει επειδή δεσμεύονται από περισσότερους περιορισμούς ως προς το τι μπορούν να αγοράσουν. Ο ιδιωτικός τομέας, πιο ασταθής και λιγότερο δεσμευμένος, έχει ενισχύσει την επιρροή του στην αγορά ομολόγων.
Σύμφωνα με το Bloomberg Economics, η μείωση των χαρτοφυλακίων ομολόγων του Δημοσίου που κρατούσαν η Fed και ξένες κεντρικές τράπεζες ανέβασε, σε κάποιο σημείο, την πριμοδότηση διάρκειας κατά περίπου 105 μονάδες βάσης. Πρόκειται για την επιπλέον απόδοση που ζητούν οι επενδυτές ως αντάλλαγμα για τον κίνδυνο να κατέχουν 10ετή αμερικανικά ομόλογα, αντί να ανανεώνουν απλώς βραχυπρόθεσμους τίτλους για το ίδιο διάστημα.
Τα συνταξιοδοτικά ταμεία
Μια ακόμη βασική πηγή ζήτησης για ομόλογα μακράς διάρκειας ενδέχεται να εξασθενεί. Οι διαχειριστές των εταιρικών συνταξιοδοτικών ταμείων διαθέτουν πλέον περισσότερα κεφάλαια από όσα χρειάζονται για να πληρώσουν τους συνταξιούχους και συχνά δεν δέχονται νέα μέλη.
Με βάση τον δείκτη Milliman 100 Pension Funding Index, τον Σεπτέμβριο τα εταιρικά συνταξιοδοτικά ταμεία κάλυπταν συνολικά περίπου το 114% της απαιτούμενης χρηματοδότησης. Τον Ιούλιο του 2020 η χρηματοδότηση αυτών των λογαριασμών ήταν μόλις 82%. Καθώς σημείωναν κέρδη στη χρηματιστηριακή αγορά, είχαν κίνητρο να περιορίσουν τους κινδύνους και να στρέψουν επενδύσεις σε ομόλογα, των οποίων τα προβλεπόμενα έσοδα μπορούν να αντιστοιχιστούν στενά στις μελλοντικές υποχρεώσεις προς τους συνταξιούχους.
Ο Τζέισον Γουίλιαμς, αναλυτής επιτοκίων στην Citigroup Inc., εκτιμά ότι η φθίνουσα ζήτηση από τα συνταξιοδοτικά ταμεία ενδέχεται να ωθήσει το υπουργείο Οικονομικών να μειώσει τις πωλήσεις μακροπρόθεσμων ομολόγων και να αυξήσει την έκδοση βραχυπρόθεσμων τίτλων.
Ερευνητές της Fed έχουν επισημάνει την άνοδο των τοποθετήσεων των hedge funds σε αμερικανικά ομόλογα. Μεταξύ 2012 και 2025 τα κεφάλαια αυτά τετραπλασίασαν τη θέση τους, ώστε να αποτελεί σχεδόν το ένα πέμπτο των περιουσιακών τους στοιχείων. Η απορρόφηση αμερικανικού δημόσιου χρέους από τα hedge funds ξεπέρασε εκείνη των άλλων Αμερικανών πιστωτών. Έτσι, στα τέλη του περασμένου έτους κατείχαν περίπου το 8,5%, ή περίπου 2,7 τρισ. δολάρια, των εκκρεμών ομολόγων του Δημοσίου.
Το ποσό είναι αξιοσημείωτο. Τα hedge funds μπορούν να κινηθούν γρήγορα, να χρησιμοποιούν μόχλευση στις συναλλαγές τους και να πουλούν κρατικά ομόλογα με ευελιξία.
Μέρος των συναλλαγών τους αξιοποιεί τη σχετική αξία που προκύπτει από διαφορές ανάμεσα σε συγκρίσιμα επιτόκια της αγοράς.
Οι συναλλαγές βάσης (basis trades) είναι ένα στοίχημα αντισταθμιστικής κερδοσκοπίας (arbitrage). Τα hedge funds ανοίγουν θέσεις αγοράς (long) σε κρατικά ομόλογα (Treasurys) της spot αγοράς και, ταυτόχρονα, θέσεις πώλησης (short) στα αντίστοιχα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης (futures), με στόχο να κερδίσουν από τη διαφορά τιμής. Η απόκλιση ανάμεσα στους δύο τίτλους είναι σχετικά μικρή. Γι' αυτό τα hedge funds καταφεύγουν συχνά σε μεγάλα ποσά μόχλευσης (leverage), ώστε να διογκώσουν περαιτέρω τις αποδόσεις.
Τα μακροοικονομικά hedge funds πραγματοποιούν επίσης στοιχήματα για την κατεύθυνση των αποδόσεων.
Ο Στίβεν Μπλιτζ, διευθύνων σύμβουλος της TS Lombard, αναφέρεται στη δραστηριότητά τους στα περιθώρια ανταλλαγής (swap spreads) και στις συναλλαγές βάσης (basis trade). Οι αγοραστές με μόχλευση, εξηγεί, ενισχύουν τη ζήτηση και εμποδίζουν τις αποδόσεις να ανέβουν υπερβολικά. Οποιαδήποτε απότομη άνοδος στα επιτόκια repos, προσθέτει, θα οδηγήσει σε εκκαθάριση αυτών των θέσεων και θα φέρει πλημμύρα αμερικανικών κρατικών ομολόγων.
Για να δείξουν την πιθανή απειλή που ενέχουν τα χαρτοφυλάκια των hedge funds, συμμετέχοντες στην αγορά, ρυθμιστικές αρχές και η Fed έχουν ανατρέξει στον Μάρτιο του 2020. Τότε οι επενδυτές επιχείρησαν να πουλήσουν ομόλογα και να ρευστοποιήσουν κεφάλαια, πριν επιβληθούν τα περιοριστικά μέτρα λόγω της πανδημίας.
Η μαζική πώληση δοκίμασε τις θέσεις των hedge funds στις συναλλαγές βάσης και επιδείνωσε τις διακυμάνσεις της αγοράς. Τους τελευταίους μήνες, όμως, ο όγκος αυτών των συναλλαγών έχει συρρικνωθεί, ένδειξη ότι η στρατηγική με μόχλευση δεν αποτελεί λόγο ανησυχίας.
Η συναλλαγή αυτή αναδεικνύει, ωστόσο, τη διαφορά ανάμεσα στις στρατηγικές των κερδοσκόπων και σε εκείνες μεγάλων κεντρικών τραπεζών, όπως η Fed. Η απόσταση φαίνεται καθαρότερα όσο οι επενδυτές που επηρεάζονται εύκολα από τις διακυμάνσεις των τιμών αποτελούν ολοένα μεγαλύτερο τμήμα της αγοράς.
Ομάδα της TS Lombard, με επικεφαλής τον Αλέξανδρο Ξενοφώντο, έγραψε ότι οι παγκόσμιες αγορές ομολόγων προσαρμόζονται σε ένα επενδυτικό κοινό λιγότερο επιεικές. Οι κυβερνήσεις θα συνεχίσουν να χρηματοδοτούνται, αλλά όλο και περισσότερο σε τιμές που καθορίζουν επενδυτές με μεγαλύτερη διακριτική ευχέρεια.

































