Η S&P Global Ratings άφησε αμετάβλητη την πιστοληπτική αξιολόγηση της Ελλάδας στη βαθμίδα BBB, με σταθερές προοπτικές (stable outlook).
Ο οίκος εκτιμά ότι η κυβέρνηση θα ξεπεράσει τους δημοσιονομικούς στόχους το 2026. Τα μηνιαία στοιχεία έως τον Αύγουστο δείχνουν εκτέλεση του κρατικού προϋπολογισμού περίπου 1,1 δισ. ευρώ πάνω από τον στόχο. Στην εικόνα αυτή συμβάλλουν οι ισχυρές τουριστικές εισπράξεις, που στηρίζουν τα έσοδα από τον φόρο προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ), η περαιτέρω υποχώρηση της ανεργίας και οι μεταρρυθμίσεις για τη φορολογική συμμόρφωση, οι οποίες ενισχύουν τις εισπράξεις από τη φορολογία εισοδήματος.
Η πρόβλεψη για το ενοποιημένο δημοσιονομικό ισοζύγιο της γενικής κυβέρνησης είναι πλέον πλεόνασμα 0,8% του ΑΕΠ φέτος, με πρωτογενές πλεόνασμα 3,8%. Η επίδοση βρίσκεται περίπου μία ποσοστιαία μονάδα του ΑΕΠ υψηλότερα από τον αρχικό κυβερνητικό στόχο. Η βελτιωμένη εκτίμηση διατυπώνεται παρότι οι δαπάνες υπερβαίνουν τις προβλέψεις του προϋπολογισμού και παρότι πρόσφατες πρόσθετες ανακοινώσεις δείχνουν αύξηση των επενδύσεων που χρηματοδοτούνται από εθνικούς πόρους, με αφετηρία το τρέχον έτος.
Ο οίκος αναθεώρησε στη συνέχεια προς τα πάνω τις προβλέψεις του για τα δημοσιονομικά αποτελέσματα των επόμενων ετών. Το ιστορικό υπερβάσεων των στόχων, παρά τους νέους εξωτερικούς και γεωπολιτικούς κλυδωνισμούς, οδηγεί στην εκτίμηση ότι η κυβέρνηση θα συνεχίσει να καταγράφει συνολικά δημοσιονομικά πλεονάσματα. Αυτά αναμένεται να διαμορφωθούν κατά μέσο όρο στο 0,2% του ΑΕΠ την περίοδο 2027-2029, με πρωτογενές πλεόνασμα 3,2%.
Η δημοσιονομική εξυγίανση μειώνει το καθαρό δημόσιο χρέος. Το χρέος της γενικής κυβέρνησης, μετά την αφαίρεση των ρευστών περιουσιακών στοιχείων, εκτιμάται στο 123% του ΑΕΠ έως το τέλος του τρέχοντος έτους, βελτιωμένο κατά 40 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το τέλος του 2019. Η προσδοκία για συνέχιση της δημοσιονομικής πειθαρχίας, σε συνδυασμό με διατηρήσιμη αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ, στηρίζει την πρόβλεψη ότι ο λόγος θα υποχωρήσει περαιτέρω, στο 107% του ΑΕΠ έως το τέλος του 2029.
Η οικονομική δραστηριότητα έχει αποδειχθεί ανθεκτική μέσα σε απαιτητικό εξωτερικό περιβάλλον, με τις επενδύσεις να λειτουργούν ως κινητήρια δύναμη. Η δυναμική του πραγματικού ΑΕΠ έμεινε σταθερή το δεύτερο τρίμηνο του 2026, με ετήσιο ρυθμό 1,9%, κοντά στο 2% του πρώτου τριμήνου. Τα στοιχεία αφήνουν περιορισμένες ενδείξεις επιβράδυνσης μετά το ξέσπασμα του πολέμου ΗΠΑ-Ιράν. Την ανάπτυξη οδηγούν ο τουρισμός και οι επενδύσεις, με τις δεύτερες να στηρίζονται ιδιαίτερα από την είσοδο του χρηματοδοτούμενου από την ΕΕ σχεδίου του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF) στην τελική του φάση. Στις 29 Σεπτεμβρίου 2026 η Ελλάδα υπέβαλε τα δύο τελευταία αιτήματα πληρωμής από τον RRF. Εν αναμονή της αξιολόγησής τους από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τα αιτήματα αυτά υποδήλωναν την ολοκλήρωση και των 376 οροσήμων και στόχων, καθώς και την πλήρη εκταμίευση των 35,95 δισ. ευρώ που έχουν κατανεμηθεί στη χώρα κατά την πενταετή διάρκεια του σχεδίου.
Τα επίπεδα εισοδήματος συγκλίνουν σταδιακά προς τους ευρωπαϊκούς μέσους όρους. Το σύνολο των προγραμματισμένων επενδύσεων παραμένει ισχυρό και στηρίζει τις αναπτυξιακές προοπτικές. Παρά την ολοκλήρωση του χρηματοδοτούμενου από την ΕΕ RRF, αναμένεται ότι η Ελλάδα θα στρέφει όλο και περισσότερο την προσοχή της σε άλλα διαθέσιμα ευρωπαϊκά κονδύλια, τα οποία προηγουμένως είχαν τεθεί σε δεύτερη προτεραιότητα. Αναμένεται επίσης αύξηση των εθνικών πόρων για δημόσιες επενδύσεις, καθώς οι αρχές είναι πιθανό να δώσουν προτεραιότητα στη διοχέτευση πρόσθετων δημοσιονομικών οφελών προς επενδύσεις παγίου κεφαλαίου. Μαζί με την πιθανή συνέχιση της βελτίωσης στην αγορά εργασίας, η ελληνική οικονομία προβλέπεται να αναπτυχθεί με μέσο ρυθμό 2,1% την περίοδο 2027-2029. Αυτό θα αντιστοιχούσε σε κατά κεφαλήν ΑΕΠ 35.100 δολαρίων το 2029, ή περίπου στο 55% του μέσου όρου της ΕΕ, έναντι 47% το 2019.
Θεσμικό και οικονομικό προφίλ
Η οικονομική δραστηριότητα άντεξε στο ενεργειακό σοκ που προκαλεί ο τρέχων πόλεμος στη Μέση Ανατολή. Το ισχυρό σύνολο προγραμματισμένων επενδύσεων στηρίζει την πρόβλεψη για μέση ανάπτυξη 2,1% την περίοδο 2026-2029.
Οι εκλογές, που πρέπει να πραγματοποιηθούν έως τον Ιούλιο του 2027, θα μπορούσαν να οδηγήσουν την εν ενεργεία κυβέρνηση σε απώλεια της απόλυτης πλειοψηφίας στη Βουλή. Θεωρείται ωστόσο ότι υπάρχει διακομματική συναίνεση σε βασικούς στόχους πολιτικής, όπως τα βιώσιμα δημόσια οικονομικά και η ενίσχυση της ανάπτυξης του ΑΕΠ.
Η Ελλάδα αντιμετωπίζει σοβαρές μακροπρόθεσμες προκλήσεις λόγω της γήρανσης του πληθυσμού και της κλιματικής διαταραχής.
Επιβεβαίωση της αξιολόγησης στο BBB/A-2 με σταθερές προοπτικές
Την οικονομική δραστηριότητα συγκρατούν οι ισχυρές τουριστικές εισπράξεις και οι επενδύσεις. Παρά το ενεργειακό σοκ του πολέμου στη Μέση Ανατολή, η αύξηση του ΑΕΠ συνεχίστηκε φέτος, με μέσο ρυθμό 1,9% το πρώτο εξάμηνο, περίπου στα ίδια επίπεδα με τα προηγούμενα χρόνια. Οι εισερχόμενοι ταξιδιώτες αυξήθηκαν κατά 14,7% έως τον Ιούνιο. Η πολύ ισχυρή αυτή τουριστική επίδοση, σε συνδυασμό με την επιτάχυνση των επενδύσεων που συνδέονται με έργα του RRF και τις ισχυρές επιδόσεις των εξαγωγών αγαθών, φαίνεται να αντισταθμίζει την επιβάρυνση της κατανάλωσης των νοικοκυριών από το τελευταίο ενεργειακό σοκ. Το εποχικά διορθωμένο ποσοστό ανεργίας υποχώρησε στο 7,4% τον Αύγουστο, στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 18 ετών. Πέρα από το ενεργειακό σοκ, τα νοικοκυριά φαίνεται να βρίσκονται σε πιο στέρεη βάση σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, κάτι που αναμένεται να στηρίξει την ανάπτυξη.
Αναμένεται οικονομική ανάπτυξη με ευρεία βάση, στηριζόμενη σε υποστηρικτική δημοσιονομική στάση. Δεν προβλέπεται μεγάλη επιβράδυνση της επενδυτικής δραστηριότητας, καθώς οι κυβερνητικές πιστώσεις προς το επενδυτικό πρόγραμμα συνέχισαν να αυξάνονται όσο διευρυνόταν ο δημοσιονομικός χώρος. Οι πληρωμές του RRF θα ολοκληρωθούν έως το τέλος του 2026, όμως οι δαπάνες για τα έργα θα συνεχιστούν και το 2027 και το 2028, ιδίως για όσα χρηματοδοτούνται με δάνεια και περιλαμβάνουν συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα. Στη συνέχεια αναμένεται αυξημένη αξιοποίηση άλλων ευρωπαϊκών κονδυλίων. Καθώς η Ελλάδα είναι η χώρα με το τρίτο χαμηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην ΕΕ, εκτιμάται ότι θα εξακολουθήσει να αποτελεί σημαντικό αποδέκτη αυτών των πόρων.
Οι διαρθρωτικές δυσλειτουργίες εξακολουθούν να περιορίζουν τις δυνατότητες της Ελλάδας. Διαδοχικές κυβερνήσεις έχουν εφαρμόσει διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που μετασχημάτισαν την οικονομική και δημοσιονομική δυναμική της χώρας, θέτοντας και τις δύο σε σημαντικά πιο βιώσιμη βάση. Η χώρα, όμως, εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικά εμπόδια στην πλήρη αξιοποίηση των οικονομικών δυνατοτήτων της. Ο τραπεζικός τομέας και η αγορά εργασίας έχουν μεταρρυθμιστεί με επιτυχία, αλλά οι μεταρρυθμίσεις στις αγορές προϊόντων υπήρξαν πιο περιορισμένες. Πιο περιορισμένη είναι και η πρόοδος σε άλλους τομείς, όπως οι αντιλήψεις για τη διαφθορά.
Η συρρίκνωση και η γήρανση του πληθυσμού αποτελούν μακροπρόθεσμο πρόβλημα. Από το υψηλότερο επίπεδό του το 2011, ο πληθυσμός έχει μειωθεί κατά περισσότερο από 6%, ως αποτέλεσμα της κατάρρευσης των γεννήσεων τις προηγούμενες δεκαετίες και του κύματος μετανάστευσης που ακολούθησε την κρίση χρέους. Η Ελλάδα είναι πλέον η τέταρτη γηραιότερη χώρα της ΕΕ. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει ότι έως το 2050 το ποσοστό των ατόμων άνω των 65 ετών στον πληθυσμό της θα είναι το υψηλότερο μεταξύ όλων των κρατών της ΕΕ. Η δυσμενής αυτή αναλογία εξαρτώμενου πληθυσμού είναι πιθανό να επιβαρύνει τη μακροπρόθεσμη οικονομική ανάπτυξη. Στα θετικά, προηγούμενες κυβερνήσεις έχουν λάβει σημαντικά μέτρα για να περιορίσουν τη δημοσιονομική έκθεση του κράτους στη δημογραφική αυτή μεταβολή, ιδίως μέσω ουσιαστικών μεταρρυθμίσεων του συνταξιοδοτικού συστήματος μετά την κρίση χρέους. Πιο πρόσφατες φορολογικές μεταρρυθμίσεις μείωσαν τον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων για ορισμένες πολύτεκνες οικογένειες. Δεν είναι ακόμη σαφές εάν η επίδραση αυτής της αλλαγής θα συμβάλει σε ουσιαστική αύξηση του χαμηλού ποσοστού γεννήσεων.
Οι βουλευτικές εκλογές πρέπει να πραγματοποιηθούν έως τον Ιούλιο του 2027. Σύμφωνα με τις σημερινές δημοσκοπήσεις, το κυβερνών κεντροδεξιό κόμμα της Νέας Δημοκρατίας (ΝΔ) θα μπορούσε να χάσει την απόλυτη πλειοψηφία του, παραμένοντας όμως στην εξουσία μέσω συνασπισμού. Η αποδοχή της ΝΔ έχει μειωθεί από τις πρόωρες εκλογές του Ιουνίου του 2023, όταν μόλις κατάφερε να συγκεντρώσει αρκετές ψήφους ώστε να εξασφαλίσει την απόλυτη πλειοψηφία στη Βουλή. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ωστόσο ότι παραμένει το δημοφιλέστερο κόμμα στη χώρα, κάτι που υποδηλώνει ότι είναι πολύ πιθανό να αναδειχθεί πρώτο και μετά τις επόμενες εκλογές, αν και πιθανότατα θα χρειαστεί να σχηματίσει συνασπισμό. Τα περισσότερα πολιτικά κόμματα συμφωνούν πλέον στα βασικά ζητήματα πολιτικής, συμπεριλαμβανομένης της επιδίωξης βιώσιμων δημόσιων οικονομικών και της στήριξης της οικονομικής δραστηριότητας. Δεν αναμένεται, έτσι, ουσιαστική απόκλιση στην κατεύθυνση της πολιτικής μετά τις εκλογές.

































