Τα επίσημα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ) για την πρωτοβάθμια εκπαίδευση, νηπιαγωγεία και δημοτικά, από το σχολικό έτος 2015/2016 έως το 2024/2025, αποτυπώνουν συρρίκνωση του μαθητικού πληθυσμού. Η αλλαγή περιγράφεται ως αθόρυβη, αλλά βαθιά και διαρθρωτική.
Το άδειασμα των σχολικών αιθουσών δεν είναι μόνο διοικητικό ζήτημα διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού. Λειτουργεί ως δείκτης βαθύτερης κοινωνικοοικονομικής μετατόπισης.
Δεν πρόκειται για προσωρινή διακύμανση ούτε για τοπική ιδιαιτερότητα. Η υποχώρηση επαναπροσδιορίζει από τα θεμέλια τον εκπαιδευτικό και τον δημογραφικό χάρτη της Ελλάδας.
Η πορεία της μείωσης σε δέκα σχολικά έτη
Το 2015/2016 οι μαθητές των δημοτικών σε ολόκληρη τη χώρα ήταν 642.707. Το 2024/2025 ο αριθμός έχει πέσει στις 548.873.
Σε μία δεκαετία τα δημοτικά μετρούν περίπου 93.834 μαθητές λιγότερους, μείωση 14,6%. Στα νηπιαγωγεία οι εγγεγραμμένοι από 155.243 το 2015/2016 διαμορφώθηκαν σε 165.597 το 2024/2025. Μεσολάβησε προσωρινή κορύφωση γύρω στο 2021/2022, με 177.372 μαθητές, και έπειτα η τροχιά έγινε ξανά καθοδική. Μεταξύ 2023/2024 και 2024/2025 η μείωση στα νηπιαγωγεία ήταν 1,4%.
Η καμπύλη στο γράφημα της ΕΛΣΤΑΤ δείχνει ότι η γενετική βάση της χώρας στενεύει σταθερά. Κάθε χρόνο οι νέες εγγραφές δεν καλύπτουν το κενό που αφήνουν όσοι αποφοιτούν. Το 2024/2025 οι απόφοιτοι των δημοτικών εμφάνισαν νέα μείωση της τάξης του 5,1% σε σχέση με το προηγούμενο έτος.
Λιγότερες μονάδες, ελαφρά περισσότεροι εκπαιδευτικοί
Στη στενότερη σύγκριση των σχολικών ετών 2023/2024 και 2024/2025 οι τάσεις παραμένουν σαφείς:
- Οι σχολικές μονάδες μειώθηκαν κατά 1,2% στα νηπιαγωγεία και κατά 0,4% στα δημοτικά, πανελλαδικά. Κλεισίματα ή συγχωνεύσεις αποτελούν αναπόφευκτη συνέπεια της έλλειψης παιδιών, ιδίως στην περιφέρεια.
- Το διδακτικό προσωπικό, σε αντίθεση με τον αριθμό των μαθητών, αυξήθηκε λίγο, κατά 2% στα νηπιαγωγεία και κατά 0,5% στα δημοτικά.
- Η αναλογία εκπαιδευτικού και μαθητών βελτιώθηκε αριθμητικά, ως αποτέλεσμα της μείωσης των μαθητών σε συνδυασμό με την παρουσία των εκπαιδευτικών. Το 2024/2025 ήταν 1 εκπαιδευτικός ανά 7,4 μαθητές στα νηπιαγωγεία και 1 προς 7 στα δημοτικά, από 1 προς 7,6 και 1 προς 7,2 αντίστοιχα την προηγούμενη χρονιά.
Η στατιστική αυτή πολυτέλεια στη στελέχωση κρύβει στρέβλωση. Στα χαρτιά η αναλογία πέφτει. Στην πράξη, τάξεις στην επαρχία διαλύονται ή μετατρέπονται σε ολιγοθέσια, ενώ στα μεγάλα αστικά κέντρα ο συνωστισμός παραμένει.
Συγκέντρωση στην Αττική και κενά στην περιφέρεια
Το δημογραφικό πρόβλημα συνοδεύεται από έντονη γεωγραφική ανισορροπία. Η Περιφέρεια Αττικής εξακολουθεί να λειτουργεί ως τεράστιο σφουγγάρι του πληθυσμού της χώρας. Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, συγκεντρώνει το 36,0% του συνολικού σχολικού πληθυσμού των νηπιαγωγείων και το 35,9% των δημοτικών της Ελλάδας.
Πάνω από το ένα τρίτο των παιδιών της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης ζει και κινείται μέσα στο Λεκανοπέδιο. Παράλληλα, οι ακριτικές και ορεινές περιφέρειες αντιμετωπίζουν τη συρρίκνωση με δραματικότερους όρους. Στη Δυτική Μακεδονία, στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη, καθώς και σε περιοχές της Ηπείρου και της Πελοποννήσου, σχολικές μονάδες κλείνουν διαδοχικά, καθώς ολόκληρα χωριά μένουν χωρίς νέες οικογένειες.
Την τελευταία τριετία αναφέρονται συνολικά 46 συγχωνεύσεις δημοτικών και 253 συγχωνεύσεις νηπιαγωγείων. Στον σχεδιασμό περιλαμβάνονται επιμέρους συγχωνεύσεις 23 δημοτικών και 120 νηπιαγωγείων. Οι νέοι κάτω των 15 ετών αποτελούν μόλις το 12% έως 13% του πληθυσμού της χώρας.
Κρίση που απαιτεί εθνικό σχεδιασμό
Η σιωπή στα θρανία δεν είναι μόνο αριθμητικός δείκτης. Προαναγγέλλει βαθύτερη κοινωνική και οικονομική μεταβολή. Η μείωση των μαθητών κατά σχεδόν 100.000 άτομα μέσα σε μία δεκαετία στα δημοτικά δείχνει ότι το ασφαλιστικό, η αγορά εργασίας, η περιφερειακή ανάπτυξη και η βιωσιμότητα της ελληνικής κοινωνίας μπαίνουν σε αχαρτογράφητα νερά.
Το ερώτημα που τίθεται πιο επιτακτικά από ποτέ δεν περιορίζεται στη διαχείριση των κλειστών σχολείων. Φτάνει στο αν η Πολιτεία θα τολμήσει να αντιμετωπίσει τη ρίζα του προβλήματος, το δημογραφικό τέλμα. Η δεκαετία που πέρασε κατέγραψε τη σιωπή. Η επόμενη θα κρίνει αν αυτή γίνει μόνιμη ερημοποίηση ή αφετηρία ουσιαστικής αναγέννησης.

































