Τη Δευτέρα η Λίντσεϊ Κλάνσι παρουσιάστηκε ξανά στο δικαστήριο, με στόχο να αποσυρθούν οι κατηγορίες για τη δολοφονία των τριών μικρών παιδιών της.
Η ακρόαση της Δευτέρας ήταν η δεύτερη εμφάνιση της μητέρας από τη Μασαχουσέτη ενώπιον δικαστηρίου μετά τη δίκη του Σεπτεμβρίου. Εκείνη είχε λήξει σε αδιέξοδο, επειδή οι ένορκοι δεν μπόρεσαν να καταλήξουν σε ομόφωνη απόφαση.
Η Κλάνσι ουδέποτε αμφισβήτησε ότι το 2023 σκότωσε τα τρία μικρά παιδιά της.
Σύμφωνα με τον Guardian, ο συνήγορός της προέβαλε ότι έπασχε από επιλόχεια ψύχωση και δεν ήταν σε θέση να ελέγξει τη συμπεριφορά της.
Οι εισαγγελείς αναγνωρίζουν ότι η 36χρονη αντιμετώπιζε προβλήματα ψυχικής υγείας. Ισχυρίζονται όμως ότι έδρασε με πρόθεση και γνώριζε πως οι πράξεις της ήταν λανθασμένες.
Ενώπιον του δικαστή Γουίλιαμ Σάλιβαν, στο κέντρο της ακρόασης τέθηκε αίτημα της υπεράσπισης για απόρριψη των κατηγοριών, με βάση την αρχή της απαγόρευσης διπλής δίωξης (double jeopardy).
Η διαφωνία γύρω από τον ένορκο και το αδιέξοδο
Στη συνεδρίαση της Δευτέρας 2 Νοεμβρίου, ο δικηγόρος υπεράσπισης Μάρτιν Τζ. Γουάινμπεργκ ισχυρίστηκε ότι ο δικαστής Σάλιβαν όφειλε να είχε ερευνήσει βαθύτερα την κατάσταση. Αφορμή στάθηκαν δύο σημειώματα του επικεφαλής των ενόρκων, στα οποία αναφερόταν ότι ένας ένορκος δεν ακολουθούσε τους προβλεπόμενους κανόνες.
Κατά τον Γουάινμπεργκ, μια πιο προσεκτική εξέταση θα μπορούσε να αναδείξει λόγους απομάκρυνσης του μοναδικού ενόρκου που διαφωνούσε, του Μάικλ Ντεσρόνβιλ. Οι διαβουλεύσεις θα συνεχίζονταν και ίσως να είχε αποφευχθεί η κήρυξη της δίκης σε αδιέξοδο.
Αφού παρέλαβε τα σημειώματα, ο Σάλιβαν μίλησε χωριστά με κάθε ένορκο. Τους θύμισε τις υποχρεώσεις τους και εξήγησε τι συνιστά εύλογη αμφιβολία. Τους ρώτησε αν ήταν σε θέση να εφαρμόσουν τον νόμο στην υπόθεση. Όλοι απάντησαν καταφατικά.
Ο Γουάινμπεργκ αντέτεινε ότι ο δικαστής δεν προχώρησε αρκετά. Ένας ένορκος που δήλωνε πως μπορεί να ακολουθήσει τον νόμο ίσως έλεγε ψέματα, σημείωσε. Η κατάσταση, πρόσθεσε, απαιτούσε ξεχωριστή εξέταση του επικεφαλής των ενόρκων, ώστε να ξεκαθαρίσει τι ακριβώς συνέβαινε στις διαβουλεύσεις.
«Αυτό ήταν ακριβώς ό,τι ζητούσε ο επικεφαλής των ενόρκων από το δικαστήριο», δήλωσε ο Γουάινμπεργκ.
«Αντιλαμβάνομαι πως αυτό δεν είναι εύκολο», είπε κάποια στιγμή, απευθυνόμενος στον δικαστή.
«Δεν χρειάζεται να το ξαναπείτε, έχω γερό στομάχι», απάντησε ο Σάλιβαν.
Η επιχειρηματολογία της εισαγγελίας
Η εισαγγελέας Τζένιφερ Σπρέγκ έκρινε ότι ο δικαστής είχε χειριστεί σωστά την κατάσταση με τους ενόρκους.
Όπως εξήγησε, μεγαλύτερη πίεση προς τον επικεφαλής των ενόρκων θα απαιτούσε διερεύνηση του περιεχομένου των διαβουλεύσεών τους. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να οδηγήσει σε παρέμβαση του δικαστηρίου και στην επιβολή της δικής του «ερμηνείας για το τι είναι σωστό».
«Εσείς τους κοιτάξατε στα μάτια, θέσατε τις ερωτήσεις και βρισκόσασταν στην καλύτερη θέση για να σταθμίσετε την αξιοπιστία τους», είπε στον δικαστή. «Και δεχθήκατε τις απαντήσεις τους».
Η Σπρέγκ πρόσθεσε ότι η διαφωνία του συγκεκριμένου ενόρκου δεν οφειλόταν σε προσωπικούς λόγους, αλλά στην πεποίθησή του ότι η Κλάνσι ήταν ένοχη.
«Από τα στοιχεία της υπόθεσης είναι σαφές ότι ο ένορκος αυτός δεν αρνήθηκε να συμμετάσχει στις διαβουλεύσεις. Αρνήθηκε να συμφωνήσει», δήλωσε.
Μετά τη λήξη της δίκης, ο Ντεσρόνβιλ είπε ότι ήταν βέβαιος για την ενοχή της Κλάνσι, όμως κανείς δεν ήταν διατεθειμένος να τον ακούσει.
Οι εισαγγελείς υποστηρίζουν ότι η αρχή της απαγόρευσης διπλής δίωξης «δεν εμποδίζει την Πολιτεία της Μασαχουσέτης να επιδιώξει δικαιοσύνη για λογαριασμό των τριών θυμάτων».
Ο δικαστής Σάλιβαν δεν έβγαλε αμέσως απόφαση για το αίτημα απόρριψης των κατηγοριών.
Όρισε νέα ακρόαση για τις 16 Νοεμβρίου. Τότε η υπόθεση θα επανεξεταστεί και ενδέχεται να καθοριστεί ημερομηνία για νέα δίκη.

































