Μία ημέρα πριν από τη συνάντηση των κομμάτων της αντιπολίτευσης, όπου θα εξεταστούν οι δυνατότητες σχηματισμού κυβέρνησης, ο Μπενιαμίν Νετανιάχου αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο «ευρείας εθνικής κυβέρνησης».
Βάζει, ωστόσο, δύο όρους: να μείνει ο ίδιος πρωθυπουργός και να μην απομακρυνθεί από τα ακροδεξιά και τα υπερορθόδοξα κόμματα του Ισραήλ που μετείχαν στον απερχόμενο κυβερνητικό συνασπισμό υπό την ηγεσία του.
Η απόρριψη των ισχυρισμών για νοθεία
Η τοποθέτηση ακολουθεί την αποτυχία του να πετύχει ακύρωση του εκλογικού αποτελέσματος. Είχε υποστηρίξει ότι τα αραβικά κόμματα «έκλεψαν» τις εκλογές χάρη σε ξένη παρέμβαση. Η Κεντρική Εκλογική Επιτροπή του Ισραήλ απέρριψε τον ισχυρισμό του ίδιου και του κόμματός του ότι το αποτέλεσμα νοθεύτηκε.
Το πρωί της Δευτέρας το Λικούντ, το κόμμα του Νετανιάχου, ζήτησε να καθυστερήσει η επικύρωση έως ότου ολοκληρωθεί η έρευνα των μυστικών υπηρεσιών για ξένη παρέμβαση. Απορρίφθηκε και αυτό το αίτημα.
Η Κεντρική Εκλογική Επιτροπή (ΚΕΕ) έκρινε ότι όποια παρέμβαση και αν υπήρξε, εφόσον υπήρξε, δεν είναι αρκετά σημαντική ώστε να αλλοιώσει το αποτέλεσμα.
Ο δικηγόρος του Λικούντ και μέλος της ΚΕΕ, Ιλάν Μπόμπαχ, ζήτησε με επιστολή προς τον πρόεδρο της επιτροπής, δικαστή Νόαμ Σόλμπεργκ, επείγουσα συνεδρίαση της ηγεσίας πριν από την επικύρωση των αποτελεσμάτων. Σκοπός, σύμφωνα με την επιστολή, ήταν να ενημερωθούν όλα τα μέλη για τις «σοβαρές υποψίες περί ξένης παρέμβασης».
Ο Μπόμπαχ έγραφε ότι η σοβαρότητα των υποψιών, σε συνδυασμό με την έλλειψη σαφήνειας για τη φύση και την έκτασή τους, δεν επιτρέπει στην προεδρία και στην Κεντρική Εκλογική Επιτροπή να δημοσιεύσουν τα επικυρωμένα αποτελέσματα σαν να μην έχει συμβεί τίποτα.
Ο Σόλμπεργκ απέρριψε το αίτημα. Απάντησε ότι η Κεντρική Εκλογική Επιτροπή δεν έχει εξουσιοδότηση να παρακρατήσει την επικύρωση των αποτελεσμάτων ούτε δικαιοδοσία να παρέμβει σε έρευνα που βρίσκεται σε εξέλιξη.
Χείρα συνεργασίας με όρο την πρωθυπουργία
Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου επαναφέρει έτσι την πρόταση για κυβέρνηση εθνικής ενότητας, που είχε διατυπώσει την επομένη των εκλογών.
Σε ανάρτηση στο X, με ημερομηνία 2 Νοεμβρίου 2026, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός αναφέρει ότι η κοινή γνώμη στο Ισραήλ δεν θέλει κυβέρνηση που θα εξαρτάται από το Ράαμ ή την Κοινή Λίστα, τα αραβικά κόμματα. Τα κόμματα αυτά, κατά τον ίδιο, στηρίζουν την τρομοκρατία και απορρίπτουν την ύπαρξη του εβραϊκού κράτους.
Προσθέτει ότι από την πρώτη ημέρα έχουν τείνει χείρα συνεργασίας για τον σχηματισμό ευρείας εθνικής κυβέρνησης. Μια σαφής πλειοψηφία του εβραϊκού πληθυσμού, επιμένει, ανέδειξε το Λικούντ ως το μεγαλύτερο κόμμα και επέλεξε τον ίδιο ως πρωθυπουργό για να ηγηθεί της επόμενης κυβέρνησης.
Στις εκλογές της περασμένης εβδομάδας το Λικούντ πήρε τις περισσότερες έδρες, 27. Το στρατόπεδο που στηρίζει τον Νετανιάχου έχασε όμως την κυβερνητική πλειοψηφία και συγκέντρωσε συνολικά 53 έδρες.
Οι υπόλοιπες 67 έδρες κατανέμονται σε κόμματα με εβραϊκή ηγεσία, που έχουν 48, και σε κόμματα με αραβική ηγεσία, που έχουν 19.
Στόχος, καταλήγει ο Νετανιάχου, είναι ευρεία κυβέρνηση μαζί με τους εταίρους του και με κάθε κόμμα που είναι πρόθυμο να συμμετάσχει, εφόσον δεν στηρίζει την τρομοκρατία. Δηλώνει επίσης ανοιχτός σε συζήτηση για το ζήτημα.
Όχι από τα τέσσερα σιωνιστικά κόμματα
Και τα τέσσερα σιωνιστικά κόμματα της αντιπολίτευσης έχουν αποκλείσει συμμετοχή σε κυβέρνηση υπό τον Νετανιάχου: το Yashar, το B’Yachad, «Οι Δημοκρατικοί» και το Yisrael Beytenu.
Μετά την προσπάθεια του Λικούντ να καθυστερήσει την επικύρωση των εκλογικών αποτελεσμάτων, ο επικεφαλής του «Γιασάρ» (Yashar), Γκάντι Άιζενκοτ, κατηγορεί τον Νετανιάχου και το κόμμα του για καταστροφική και βίαιη εκστρατεία απονομιμοποίησης των αποτελεσμάτων.
Οι ενέργειες αυτές, δηλώνει ο Άιζενκοτ, αποτελούν άμεση επίθεση κατά της ισραηλινής δημοκρατίας και αποδεικνύουν τον σοβαρό κίνδυνο που εγκυμονεί η συνέχιση της διακυβέρνησης από το Λικούντ και τον Νετανιάχου. Την τρέχουσα επίθεση την περιγράφει ως έσχατη προσπάθεια όσων αντιλαμβάνονται το μέγεθος της ήττας που έχουν υποστεί.
Το Λικούντ κατηγόρησε τον Άιζενκοτ ότι επιχειρεί να εμποδίσει να έρθει στο φως η αλήθεια για τις σοβαρές υποψίες που αφορούν την αλλοίωση των ισραηλινών εκλογών από ξένα στοιχεία.
Αντέδρασε και ο Γιαΐρ Λαπίντ του B’Yachad. Η προσπάθεια του Λικούντ να καθυστερήσει την επικύρωση, υποστήριξε, δείχνει ότι το κόμμα αντιλαμβάνεται πως έχει χάσει.
Γράφει ότι κάνουν τα πάντα: οργανώνουν διαμαρτυρίες, επινοούν θεωρίες συνωμοσίας και αμφισβητούν το αποτέλεσμα δημοκρατικών εκλογών. Το αποτέλεσμα αυτό, αναφέρει, επικυρώθηκε από τον επικεφαλής της Σιν Μπετ, τον οποίο οι ίδιοι διόρισαν, και από τον δικαστή Σόλμπεργκ, τον οποίο οι ίδιοι επέλεξαν.
Πρόκειται, δηλώνει κατηγορηματικά, για απόπειρα διάλυσης της ισραηλινής δημοκρατίας, την οποία δεν θα επιτρέψουν. Σε μια δημοκρατία, προσθέτει, οι νικητές σχηματίζουν κυβέρνηση και οι ηττημένοι περνούν στην αντιπολίτευση. Αυτό ακριβώς θα συμβεί.

































