Μετά την εκλογική ανατροπή στις Ηνωμένες Πολιτείες, η παγκόσμια οικονομία εισέρχεται σε περίοδο πολιτικής αβεβαιότητας. Η επικράτηση των Δημοκρατικών και στα δύο σώματα του Κογκρέσου περιορίζει σε μεγάλο βαθμό την ικανότητα του Ντόναλντ Τραμπ να προωθήσει την οικονομική του ατζέντα. Η πρώτη αντίδραση των αγορών ήταν πτώση του δολαρίου, άνοδος των αμερικανικών ομολόγων και έντονες διακυμάνσεις στις μετοχές τεχνολογίας. Οι επενδυτές δυσκολεύονται να αποτιμήσουν μια πολιτική μεταβολή που μπορεί να συγκρατήσει τις δημόσιες δαπάνες, αλλά και να ανοίξει νέες συγκρούσεις για τον προϋπολογισμό, το εμπόριο και τις επενδύσεις.
Οι ενδιάμεσες εκλογές αποκτούν ιδιαίτερο οικονομικό βάρος, καθώς οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν υψηλό κόστος δανεισμού, αυξημένες ενεργειακές τιμές και πληθωριστικές πιέσεις από τον πόλεμο με το Ιράν. Η δυσαρέσκεια για το κόστος ζωής συνέβαλε στην εκλογική μετατόπιση και στέρησε από τους Ρεπουμπλικάνους τον έλεγχο του Κογκρέσου. Ο Λευκός Οίκος καλείται πλέον να αναζητήσει άλλες πολιτικές ισορροπίες για το υπόλοιπο της θητείας Τραμπ.
Η αλλαγή δεν ισοδυναμεί με άμεση ανατροπή της οικονομικής πολιτικής των ΗΠΑ. Ο Αμερικανός πρόεδρος κρατά το δικαίωμα βέτο και σημαντικές εκτελεστικές αρμοδιότητες, ιδίως στο εμπόριο και στην εξωτερική πολιτική. Στη Γερουσία, οι Δημοκρατικοί δεν συγκεντρώνουν την ενισχυμένη πλειοψηφία που θα τους επέτρεπε να παρακάμπτουν εύκολα τα διαδικαστικά εμπόδια. Περιορίζεται, πάντως, η δυνατότητα νέων φορολογικών παρεμβάσεων και μεγάλων δημοσιονομικών πακέτων χωρίς διακομματική συμφωνία. Το βάρος της οικονομικής πολιτικής μεταφέρεται έτσι στις διαπραγματεύσεις μεταξύ Κογκρέσου και Λευκού Οίκου.
Χρέος και δολάριο στο προσκήνιο
Για τις αγορές ομολόγων, η βασικότερη μεταβολή αφορά τις προοπτικές της αμερικανικής δημοσιονομικής πολιτικής. Οι επενδυτές εκτιμούν ότι ο έλεγχος του Κογκρέσου από τους Δημοκρατικούς θα καταστήσει δυσκολότερη την έγκριση νέων δαπανών και φορολογικών ελαφρύνσεων, περιορίζοντας ενδεχομένως τις πρόσθετες δανειακές ανάγκες του αμερικανικού Δημοσίου. Σε αυτό το κλίμα, η απόδοση του δεκαετούς ομολόγου υποχώρησε κοντά στο 4,92% και το δολάριο έπεσε στο χαμηλότερο επίπεδο περίπου ενός μήνα.
Η αρχική ανακούφιση των ομολογιούχων συνοδεύεται, ωστόσο, από διαφορετικό κίνδυνο. Η νέα σύνθεση του Κογκρέσου δημιουργεί τις προϋποθέσεις για δύσκολες διαπραγματεύσεις το 2027 σχετικά με το όριο του ομοσπονδιακού χρέους και τη χρηματοδότηση του κράτους, επαναφέροντας το ενδεχόμενο δημοσιονομικού αδιεξόδου. Η UBS είχε προειδοποιήσει ήδη πριν από τις εκλογές ότι η μεταβολή των κοινοβουλευτικών συσχετισμών μπορεί να αυξήσει τη μεταβλητότητα γύρω από αυτές τις αποφάσεις, ακόμη κι αν περιορίσει τα περιθώρια νέας δημοσιονομικής επέκτασης.
Για την παγκόσμια οικονομία η εξέλιξη έχει ξεχωριστή σημασία, αφού οι αποδόσεις των αμερικανικών ομολόγων επηρεάζουν το κόστος δανεισμού κυβερνήσεων και επιχειρήσεων διεθνώς. Μια αποκλιμάκωσή τους μπορεί να δώσει ανάσα στις αγορές. Αντίθετα, μια παρατεταμένη πολιτική σύγκρουση για το αμερικανικό χρέος θα μπορούσε να ξαναφέρει στο προσκήνιο τις ανησυχίες για τη σταθερότητα της μεγαλύτερης αγοράς κρατικών τίτλων στον κόσμο.
Δασμοί και το τεχνολογικό μέτωπο
Η μεγαλύτερη αβεβαιότητα για το διεθνές εμπόριο αφορά την επόμενη κίνηση του Τραμπ. Το Κογκρέσο μπορεί να περιορίσει νέες νομοθετικές παρεμβάσεις, όμως η αμερικανική κυβέρνηση εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικά εργαλεία για την επιβολή εμπορικών περιορισμών. Η εκλογική ήττα των Ρεπουμπλικάνων δεν προεξοφλεί, επομένως, υποχώρηση της προστατευτικής πολιτικής. Οι σχέσεις με την Κίνα και την Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένουν εκτεθειμένες στον κίνδυνο νέων εμπορικών αντιπαραθέσεων.
Παράλληλα, οι αγορές καλούνται να επανεξετάσουν τις προοπτικές του τεχνολογικού κλάδου, ο οποίος έχει στηρίξει μεγάλο μέρος της ανόδου των αμερικανικών μετοχών. Οι Δημοκρατικοί αναμένεται να ενισχύσουν τον κοινοβουλευτικό έλεγχο στις μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας, στις επενδύσεις σε κέντρα δεδομένων και στη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης. Αυτό γεννά ανησυχία για αυστηρότερες ρυθμίσεις σε έναν τομέα που απορροφά τεράστια κεφάλαια.
Η αντίδραση ήρθε άμεσα. Μετοχές εταιρειών που συνδέονται με την τεχνητή νοημοσύνη υποχώρησαν αρχικά στις ασιατικές αγορές, ενώ οι αμερικανικοί χρηματιστηριακοί δείκτες ανέκτησαν στη συνέχεια τις πρώτες απώλειες. Στην Ευρώπη, το νέο πολιτικό τοπίο στην Ουάσιγκτον συνδυάζει ευκαιρίες και κινδύνους. Η πτώση του δολαρίου και των αμερικανικών αποδόσεων μπορεί να μετριάσει μέρος των διεθνών χρηματοδοτικών πιέσεων. Ενδεχόμενη ενίσχυση του ευρώ επηρεάζει με διαφορετικό τρόπο τις εισαγωγές ενέργειας και την ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών εξαγωγών. Παραμένει, πάντως, η αβεβαιότητα γύρω από τους δασμούς και την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ, την ώρα που η ευρωπαϊκή οικονομία επιχειρεί να διαχειριστεί το νέο ενεργειακό σοκ.
Με το εκλογικό αποτέλεσμα, ο Τραμπ δυσκολεύεται να περάσει νομοθεσία χωρίς πολιτικούς συμβιβασμούς. Δεν χάνει, όμως, τα μέσα με τα οποία μπορεί να επηρεάζει το εμπόριο, την ενέργεια και τις διεθνείς αγορές. Η επόμενη δοκιμασία θα είναι οι διαπραγματεύσεις για τη δημοσιονομική πολιτική του 2027. Από αυτές θα φανεί αν η νέα ισορροπία στην Ουάσιγκτον θα περιορίσει τις οικονομικές αβεβαιότητες ή θα προσθέσει ένα ακόμη μέτωπο αστάθειας στην παγκόσμια οικονομία.

































