Στη δημοσιότητα δόθηκαν βίντεο από δύο περιστατικά στα οποία μέλη της εγκληματικής οργάνωσης φέρονται να έριξαν χειροβομβίδα σε καταστήματα στο κέντρο της Αθήνας. Σε ξεχωριστό πλάνο καταγράφεται μοτοσικλέτα να περνά και να ρίχνει χειροβομβίδα σε κατάστημα, χωρίς αυτή να εκραγεί.
Από το υλικό προκύπτει ότι το κατάστημα όπου η χειροβομβίδα δεν εξερράγη λειτουργούσε και στο εσωτερικό του βρίσκονταν θαμώνες.
Με την αυτόφωρη διαδικασία συνελήφθησαν πέντε μέλη της εγκληματικής οργάνωσης, 19, 17, 19, 18 και 20 ετών. Στη δικογραφία περιλαμβάνονται και τέσσερα ακόμη μέλη, ανάμεσά τους το αρχηγικό, που είναι ήδη έγκλειστα σε σωφρονιστικά καταστήματα.
Σε βάρος τους σχηματίστηκε, κατά περίπτωση, δικογραφία για εγκληματική οργάνωση σε συνδυασμό με απόπειρα ανθρωποκτονίας, για εκρήξεις τετελεσμένες και σε απόπειρα, για κατασκευή και κατοχή εκρηκτικών και εμπρηστικών υλών, για φθορά ξένης ιδιοκτησίας, για εκβίαση τετελεσμένη και σε απόπειρα, καθώς και για παράβαση της νομοθεσίας περί όπλων.
Η Υποδιεύθυνση Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Τρικάλων σχημάτισε επίσης δικογραφία σε βάρος του έγκλειστου αρχηγικού μέλους για παράβαση της νομοθεσίας περί όπλων. Σε έρευνα στο κελί του βρέθηκαν και κατασχέθηκαν τρία αυτοσχέδια σουβλιά.
Η έρευνα έδειξε ότι οι φερόμενοι δράστες κατηγορούνται για ένταξη σε εγκληματική οργάνωση με διαρκή δράση, σταθερή εσωτερική δομή, ιεραρχική διάρθρωση και διακριτή κατανομή ρόλων. Τον αρχηγικό και καθοδηγητικό ρόλο είχε 49χρονος έγκλειστος σε σωφρονιστικό κατάστημα.
Σύμφωνα με τις αρχές, ο 49χρονος διατηρούσε τον επιχειρησιακό έλεγχο. Όριζε τους στόχους των επιθέσεων, αξιολογούσε τις πληροφορίες που συγκεντρώνονταν στο προπαρασκευαστικό στάδιο, έδινε οδηγίες στα υπόλοιπα μέλη και επέβλεπε την υλοποίηση των εγκληματικών ενεργειών.
Ενδιάμεσοι κρίκοι επικοινωνίας ήταν δύο ακόμη έγκλειστα μέλη, 27χρονος και 23χρονος. Συνέδεαν την ηγεσία με τα μέλη εκτός σωφρονιστικών καταστημάτων, μετέφεραν τις εντολές, συντόνιζαν τις επιμέρους ενέργειες και διατηρούσαν την επιχειρησιακή συνοχή της οργάνωσης.
Στα υπόλοιπα μέλη αποδίδεται, κατά περίπτωση, η συλλογή πληροφοριών για τους επιλεγμένους στόχους, η επιτήρηση κατοικιών και χώρων ενδιαφέροντος, η αναγνώριση προσώπων και οχημάτων, η φωτογράφιση και η χαρτογράφηση περιοχών, η εξεύρεση των απαιτούμενων μέσων, η εκτέλεση των επιθέσεων και η διαφυγή από τους τόπους τέλεσης.
Η ΕΛ.ΑΣ. αναφέρει ότι με αυτή τη διάρθρωση η οργάνωση διατηρούσε σε λειτουργία και συντόνιζε την εγκληματική της δραστηριότητα, ακόμη και όταν βασικά μέλη της βρίσκονταν έγκλειστα σε σωφρονιστικά καταστήματα.

































