Σχεδόν εννέα στις δέκα μικρές επιχειρήσεις στη Θεσσαλονίκη βρίσκονται σε στενό περιθώριο, καθώς η ρευστότητά τους είτε λιγοστεύει είτε έχει ήδη εξαντληθεί.
Σύμφωνα με το νέο Οικονομικό Βαρόμετρο του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης (ΒΕΘ) για τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο του 2026, το 60% των βιοτεχνών δηλώνει οριακή ρευστότητα και το 29% ανεπαρκή. Μόνο το 11% αναφέρει εξαιρετική ρευστότητα και δεν εκφράζει ανησυχία.
Στην έρευνα του ΒΕΘ η ρευστότητα ορίζεται αποκλειστικά ως τα ταμειακά διαθέσιμα με τα οποία μια μικρή επιχείρηση καλύπτει τις καθημερινές λειτουργικές ανάγκες της: πρώτες ύλες, μισθούς, ενοίκια και λογαριασμούς.
Πρόκειται για όσα χρειάζεται ώστε να αντεπεξέλθει τους επόμενους μήνες, όχι για κεφάλαια που θα κατευθυνθούν σε επενδύσεις ή σε μακροπρόθεσμο σχεδιασμό.
Για το 73% των επιχειρήσεων τα διαθέσιμα φτάνουν από έναν έως τρεις μήνες το πολύ. Ρευστότητα τεσσάρων έως έξι μηνών έχει το 14%, ενώ μόνο το 13% καλύπτεται για διάστημα μεγαλύτερο των έξι μηνών.
Τι στερεί ρευστότητα από τις μικρομεσαίες
Στην ερώτηση για τους κυριότερους παράγοντες που προκαλούν ασφυξία στη ρευστότητα της επιχείρησης, με δυνατότητα έως δύο απαντήσεων, το 44% υπέδειξε ως βασική αιτία τη συνεχή άνοδο του κόστους λειτουργίας. Οι ανατιμήσεις σε ενέργεια, πρώτες ύλες και μεταφορικά απορροφούν τα διαθέσιμα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και οι καθημερινές εισπράξεις εξανεμίζονται πριν σταθεροποιηθούν στο ταμείο.
Δεύτερη συχνότερη αιτία είναι οι συσσωρευμένες φορολογικές και ασφαλιστικές υποχρεώσεις. Ένας στους τέσσερις, ποσοστό 24%, παλεύει με οφειλές προς το Δημόσιο.
Το 20% συγκαταλέγει στους βασικούς παράγοντες ταμειακής ασφυξίας τη μείωση του όγκου πωλήσεων και τη χαμηλή ζήτηση στην αγορά. Το 10% αναφέρει την καθυστέρηση πληρωμών από τους πελάτες.
Μόλις το 2% απαντά ότι η ρευστότητά του πιέζεται και από το υψηλό κόστος εξυπηρέτησης υφιστάμενων δανείων. Το χαμηλό ποσοστό όσων δυσκολεύονται να πληρώσουν δόσεις σε τράπεζες διαβάζεται μαζί με το γεγονός ότι η τραπεζική χρηματοδότηση παραμένει κλειστή για τη συντριπτική πλειονότητά τους. Αντίστοιχη έρευνα του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Αθηνών δείχνει ότι το 77% αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα πρόσβασης σε ρευστότητα και χρηματοδοτικά εργαλεία.
Αλυσιδωτές συνέπειες στην αγορά
Η αγορά λειτουργεί ως αλυσίδα. Όταν ένας κρίκος λυγίζει ή σπάει, οι συνέπειες μεταφέρονται στους υπόλοιπους.
Κατά την έρευνα του ΒΕΘ, πρώτοι δέχονται αρνητική επίδραση από την ανεπαρκή ρευστότητα μιας επιχείρησης οι προμηθευτές της. Το 42% των συμμετεχόντων δήλωσε ότι καθυστερεί πληρωμές προς προμηθευτές πρώτων υλών και το 24% αφήνει πίσω φορολογικές και ασφαλιστικές υποχρεώσεις και εισφορές.
Από την πλευρά των εργαζομένων, το 9% των επιχειρήσεων καθυστερεί τη μισθοδοσία του προσωπικού όταν η ρευστότητα δεν επαρκεί. Οι μικρομεσαίες απασχολούν πάνω από το 80% των εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα, περίπου 1,9 εκατομμύρια μισθωτούς. Αν γίνει δεκτό ότι τρεις στις δέκα μικρές επιχειρήσεις έχουν ανεπαρκή ρευστότητα, δεκάδες χιλιάδες εργαζόμενοι κινδυνεύουν ανά πάσα στιγμή να μείνουν απλήρωτοι.
Το 19% των επιχειρήσεων δεν καθυστερεί καμία υποχρέωση ακόμη και όταν υπάρχει έλλειψη ρευστότητας, στοιχείο που συνηγορεί υπέρ της ανθεκτικότητας των μικρομεσαίων.
Οι τράπεζες μένουν κλειστές για τις μικρομεσαίες
Ο άμεσος ή έμμεσος αποκλεισμός της συντριπτικής πλειονότητας των μικρομεσαίων από τραπεζικά χρηματοδοτικά εργαλεία αποτυπώνεται και στην έρευνα του ΒΕΘ.
Στο ερώτημα αν αιτήθηκαν τραπεζική χρηματοδότηση για κεφάλαιο κίνησης το τελευταίο έτος και ποιο ήταν το αποτέλεσμα, σχεδόν τέσσερις στις δέκα επιχειρήσεις, ποσοστό 37%, απάντησαν ότι δεν υπέβαλαν αίτηση από φόβο απόρριψης ή λόγω υψηλών επιτοκίων.
Το 41% δήλωσε ότι δεν χρειάστηκε χρηματοδότηση. Αίτηση κατέθεσε και απορρίφθηκε το 11%, στο 6% εγκρίθηκε ποσό μικρότερο από το ζητούμενο και μόνο στο 5% η αίτηση εγκρίθηκε πλήρως.
Στην πράξη, οι μισές επιχειρήσεις έχουν ανάγκη τραπεζικής χρηματοδότησης, είτε δεν τολμούν να απευθυνθούν στις τράπεζες είτε απευθύνονται και βρίσκουν την πόρτα κλειστή.
Κακή η κατάσταση για τέσσερις στις δέκα βιοτεχνίες της Θεσσαλονίκης
Στην ερώτηση πώς κρίνουν την κατάσταση της επιχείρησής τους, το 45% των βιοτεχνών που συμμετείχαν στην έρευνα του ΒΕΘ την χαρακτήρισε ικανοποιητική. Μόνο το 16% τη βρίσκει καλή, ενώ το 39% απαντά ευθέως ότι βρίσκεται σε κακή κατάσταση.
Εξίσου υψηλό, στο 38%, είναι το ποσοστό όσων δηλώνουν μείωση τζίρου σε σύγκριση με τον αμέσως προηγούμενο μήνα. Για το 45% ο τζίρος έμεινε σταθερός και για το 17% αυξήθηκε.
Για το επόμενο εξάμηνο, το 56% δεν περιμένει μεταβολή, το 35% φοβάται επιδείνωση και μόνο το 9% αναμένει βελτίωση.
Εννέα στους δέκα, ποσοστό 80%, δεν προγραμματίζουν ούτε προσλήψεις ούτε απολύσεις το επόμενο δίμηνο. Προσωπικό θα απολύσει το 7%, ενώ προσλήψεις σχεδιάζει μόλις το 5%.
Στις 4,8 μονάδες διαμορφώθηκε ο δείκτης οικονομικής συγκυρίας, από 5,1 που ήταν το προηγούμενο δίμηνο Ιουλίου και Αυγούστου. Ο δείκτης αποτυπώνει το κλίμα αισιοδοξίας ή απαισιοδοξίας των επιχειρήσεων. Στις αρχές του 2026 βρισκόταν στο 5,9, έπεσε απότομα λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή, ανέκαμψε τον Μάιο και έκτοτε ακολουθεί πτωτική πορεία.
Την έρευνα εκπόνησε για λογαριασμό του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης η εταιρεία δημοσκοπήσεων «Interview», σε δείγμα 405 επιχειρήσεων-μελών του ΒΕΘ.
Χαμηλά η ρευστότητα των μικρομεσαίων σε όλη την Ελλάδα
Την έλλειψη ρευστότητας έχουν αναδείξει και πανελλαδικές έρευνες του Ινστιτούτου Μικρών Επιχειρήσεων της Γενικής Συνομοσπονδίας Επαγγελματιών Βιοτεχνών Εμπόρων Ελλάδας (ΙΜΕ-ΓΣΕΒΕΕ). Στην πιο πρόσφατη έκθεση για το πρώτο εξάμηνο του 2026, το 21,8% των μικρών επιχειρήσεων εμφανίζεται με μηδενική ρευστότητα. Ακόμη και μια μικρή αναποδιά, όπως αναγκαστική προσωρινή παύση εργασιών ή ακύρωση παραγγελίας από πελάτη, μπορεί να τις οδηγήσει σε αδιέξοδο.
Ρευστότητα το πολύ για έναν μήνα διαθέτει ένα 22,9%. Μαζί, τα δύο ποσοστά φτάνουν το 44,7% των μικρών επιχειρήσεων σε όλη την Ελλάδα, που καλύπτουν τις ανάγκες τους από μέρα σε μέρα ή, το πολύ, από μήνα σε μήνα.
Αντίστοιχη έρευνα του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Αθήνας (ΒΕΑ), που δημοσιοποιήθηκε τον Ιούλιο, έδειξε ότι το 77% των επιχειρήσεων δυσκολεύεται να αποκτήσει πρόσβαση σε χρηματοδότηση. Το 69% καταγράφει σημαντική αύξηση του κόστους πρώτων υλών την τελευταία διετία και το 65% θεωρεί ότι το ενεργειακό κόστος επηρεάζει καθοριστικά τη λειτουργία της επιχείρησης.

































