Με την κρίση να επελαύνει και το ενεργειακό κόστος να σπάει το ένα ρεκόρ μετά το άλλο, η δυσκολότερη μάχη για τον προϋπολογισμό του 2027 θα δοθεί για το πού θα κατευθυνθεί κάθε επιπλέον ευρώ.
Από τη μία πλευρά βρίσκονται οι αυξανόμενες πολιτικές και κοινωνικές απαιτήσεις για ενισχύσεις, αυξήσεις εισοδημάτων και φορολογικές ελαφρύνσεις.
Από την άλλη, η ανάγκη να μη σβήσει η επενδυτική δυναμική της οικονομίας όταν ολοκληρωθεί η μεγάλη ώθηση του Ταμείου Ανάκαμψης.
Σε αυτήν τη σύγκρουση, το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή διαπιστώνει οτι κάθε ένα ευρώ δημόσιας επένδυσης συνδέεται σωρευτικά με 1,71 ευρώ πρόσθετου ΑΕΠ σε δύο χρόνια και 2,25 ευρώ σε τρία.
Η αντίστοιχη επίδραση της δημόσιας κατανάλωσης περιορίζεται σε 1,14 και 1,06 ευρώ.Το εύρημα αυτό φέρνει στο προσκήνιο το πραγματικό δίλημμα της οικονομικής πολιτικής της κυβέρνησης για την επόμενη ημέρα.
Εάν ο νέος δημοσιονομικός χώρος εξαντληθεί σε παρεμβάσεις που αυξάνουν πρόσκαιρα την κατανάλωση, η κυβέρνηση θα μπορούσε να προσφέρει άμεση ανακούφιση, κινδυνεύει όμως να αφήσει μικρότερο αναπτυξιακό αποτύπωμα όταν οι έκτακτοι ευρωπαϊκοί πόροι περιοριστούν.
Η πολιτική γοητεία των επιδομάτων Το ΓΠΚΒ εξηγεί και γιατί οι κυβερνήσεις έχουν ισχυρό κίνητρο να επιλέγουν τις άμεσες παρεμβάσεις.
Στο πρώτο τρίμηνο, η δημόσια κατανάλωση εμφανίζει ελαφρώς μεγαλύτερη επίδραση στο ΑΕΠ από τις επενδύσεις, ενώ στον ορίζοντα ενός έτους οι αποδόσεις των δύο επιλογών είναι σχεδόν ίδιες.
Για κάθε ευρώ δαπάνης, η σωρευτική επίδραση υπολογίζεται σε 0,97 ευρώ για τη δημόσια κατανάλωση και 0,99 ευρώ για τις επενδύσεις.
Η απόσταση ανοίγει μετά το πρώτο έτος, καθώς τα δημόσια έργα συνεχίζουν να επηρεάζουν την οικονομική δραστηριότητα, να βελτιώνουν υποδομές και να κινητοποιούν ιδιωτικά κεφάλαια, ενώ η αρχική επίδραση της κατανάλωσης σταδιακά εξασθενεί.
Το ΓΠΚΒ διαπιστώνει ότι η αύξηση των δημόσιων επενδύσεων συνοδεύεται, με χρονική υστέρηση, από ενίσχυση των επιχειρηματικών επενδύσεων έως περίπου 2% σε σύγκριση με την πορεία που θα ακολο...
Πηγή/Περισσότερα: in.gr
Από τη μία πλευρά βρίσκονται οι αυξανόμενες πολιτικές και κοινωνικές απαιτήσεις για ενισχύσεις, αυξήσεις εισοδημάτων και φορολογικές ελαφρύνσεις.
Από την άλλη, η ανάγκη να μη σβήσει η επενδυτική δυναμική της οικονομίας όταν ολοκληρωθεί η μεγάλη ώθηση του Ταμείου Ανάκαμψης.
Σε αυτήν τη σύγκρουση, το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή διαπιστώνει οτι κάθε ένα ευρώ δημόσιας επένδυσης συνδέεται σωρευτικά με 1,71 ευρώ πρόσθετου ΑΕΠ σε δύο χρόνια και 2,25 ευρώ σε τρία.
Η αντίστοιχη επίδραση της δημόσιας κατανάλωσης περιορίζεται σε 1,14 και 1,06 ευρώ.Το εύρημα αυτό φέρνει στο προσκήνιο το πραγματικό δίλημμα της οικονομικής πολιτικής της κυβέρνησης για την επόμενη ημέρα.
Εάν ο νέος δημοσιονομικός χώρος εξαντληθεί σε παρεμβάσεις που αυξάνουν πρόσκαιρα την κατανάλωση, η κυβέρνηση θα μπορούσε να προσφέρει άμεση ανακούφιση, κινδυνεύει όμως να αφήσει μικρότερο αναπτυξιακό αποτύπωμα όταν οι έκτακτοι ευρωπαϊκοί πόροι περιοριστούν.
Η πολιτική γοητεία των επιδομάτων Το ΓΠΚΒ εξηγεί και γιατί οι κυβερνήσεις έχουν ισχυρό κίνητρο να επιλέγουν τις άμεσες παρεμβάσεις.
Στο πρώτο τρίμηνο, η δημόσια κατανάλωση εμφανίζει ελαφρώς μεγαλύτερη επίδραση στο ΑΕΠ από τις επενδύσεις, ενώ στον ορίζοντα ενός έτους οι αποδόσεις των δύο επιλογών είναι σχεδόν ίδιες.
Για κάθε ευρώ δαπάνης, η σωρευτική επίδραση υπολογίζεται σε 0,97 ευρώ για τη δημόσια κατανάλωση και 0,99 ευρώ για τις επενδύσεις.
Η απόσταση ανοίγει μετά το πρώτο έτος, καθώς τα δημόσια έργα συνεχίζουν να επηρεάζουν την οικονομική δραστηριότητα, να βελτιώνουν υποδομές και να κινητοποιούν ιδιωτικά κεφάλαια, ενώ η αρχική επίδραση της κατανάλωσης σταδιακά εξασθενεί.
Το ΓΠΚΒ διαπιστώνει ότι η αύξηση των δημόσιων επενδύσεων συνοδεύεται, με χρονική υστέρηση, από ενίσχυση των επιχειρηματικών επενδύσεων έως περίπου 2% σε σύγκριση με την πορεία που θα ακολο...
Πηγή/Περισσότερα: in.gr


































