Αισχύλος, το πνεύμα του δικαίου (Μέρος Ι’) Ημερομηνία:
15/7/2019, 11:21 - Εμφανίσεις: 34
Όσον καιρό επικρατούσαν οι παλαιότερες απόψεις για τη χρονολόγηση των
Ικέτιδων
στην
πρώιμη περίοδο του Αισχύλου
—πριν από τη Σαλαμίνα ή ακόμα και πριν από το Μαραθώνα—, όλοι δέχονταν ότι οι
κοπέλες του χορού
ήταν
πενήντα
, σύμφωνα και με την κυρίαρχη μυθολογική αντίληψη.
Η νεότερη,
όψιμη τοποθέτηση
τής υπό εξέταση τραγωδίας μετά τη
Θηβαϊκή Τριλογία
, πιθανώς στο 463 π.Χ., ανέτρεψε την πεποίθηση αυτήν και μας οδήγησε στο να δεχθούμε ότι και σε αυτό το δράμα του Αισχύλου τα
μέλη του χορού
ήταν
δώδεκα
.
Ο χώρος όπου εκτυλίσσεται η υπόθεση του έργου είναι ένα προσιτό ύψωμα, ένας
βωμός
της πόλης του Άργους με τα σύμβολα ή και τα αγάλματα πολλών θεών.
Προς αυτόν το μεγάλο βωμό πορεύεται ο χορός στην αρχή του έργου.
Οι
Δαναΐδες
τραγουδούν για την Ιώ, εκφράζουν την αγωνία τους και την ελπίδα τους για θεϊκή συνδρομή, υμνούν τον Δία.
Κατόπιν προτροπής του
Δαναού
, ο χορός ανεβαίνει στον ψηλό βωμό και διαλέγεται με τον
Πελασγό
, βασιλιά του Άργους, που έχει πληροφορηθεί την άφιξη των ξένων.
Οι εναγώνιες παρακλήσεις του χορού για προστασία έχουν μορφή τραγουδιού, ενώ ο διστακτικός και αμφιταλαντευόμενος βασιλιάς απαγγέλλει.
Ο Πελασγός είναι μπροστά σε ένα φοβερό
δίλημμα
, χαρακτηριστικό των τραγωδιών του Αισχύλου: η αποδοχή των Δαναΐδων σημαίνει
πόλεμο
με τους Αιγυπτίους που τις καταδιώκουν και
αιματηρές θυσίες
για την πόλη του, ενώ η εκδίωξή τους συνιστά ολοφάνερο
αμάρτημα
έναντι του Ικέσιου Δία, προστάτη του δικαίου της φιλοξενίας.