ΙΟΒΕ: Ένας στους επτά νέους στην Ελλάδα μένει εκτός εργασίας και εκπαίδευσης Ημερομηνία:
Σήμερα 22/7/2026, 00:08 - Εμφανίσεις: 25
Παρά τη βελτίωση που έχει καταγραφεί τα τελευταία χρόνια, η Ελλάδα εξακολουθεί να εμφανίζει υψηλότερο ποσοστό νέων που βρίσκονται εκτός απασχόλησης, εκπαίδευσης και κατάρτισης εν συγκρίσει με τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αναδεικνύοντας τις αδυναμίες της αγοράς εργασίας και του εκπαιδευτικού συστήματος.
Αυτό διαφαίνεται από νέα ανάλυση του ΙΟΒΕ, η οποία έχει θέσει υπό διερεύνηση την πορεία του δείκτη έως το 2025.
Πρόκειται ουσιαστικά για την εξέλιξη του μεριδίου «ανενεργών» νέων (δείκτης ΕΑΕΚ) σε Ελλάδα και ΕΕ.
Σύμφωνα με τα στοιχεία, το ποσοστό των νέων ηλικίας 15-29 χρόνων που δεν εργάζονται, δεν σπουδάζουν και δεν συμμετέχουν σε κάποιο πρόγραμμα κατάρτισης διαμορφώθηκε το 2025 στο 13,6%, έναντι 11% στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Αν και η Ελλάδα έχει καταγράψει σταθερή αποκλιμάκωση έπειτα από την κορύφωση του δείκτη το 2013, εξακολουθεί να είναι πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.googletag.cmd.push(function() { googletag.display("300x250_m1"); });googletag.cmd.push(function() {googletag.display("300x250_middle_1")}) Η έκθεση επισημαίνει ότι οι γυναίκες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν μεγαλύτερο κίνδυνο να βρεθούν εκτός απασχόλησης, εκπαίδευσης και κατάρτισης.
Πάντως, τα τελευταία χρόνια παρατηρείται σταδιακή σύγκλιση των ποσοστών μεταξύ ανδρών και γυναικών.
Παράλληλα, υψηλότερα ποσοστά καταγράφονται στην ηλικιακή ομάδα 18-29 χρόνων εν συγκρίσει με τους νέους 15-29 χρόνων, καθώς οι έφηβοι ηλικίας 15-17 χρόνων παραμένουν κατά κανόνα ενταγμένοι στο εκπαιδευτικό σύστημα.
Μεγάλες περιφερειακές ανισότητες Η ανάλυση του ΙΟΒΕ αναδεικνύει σημαντικές γεωγραφικές διαφοροποιήσεις.
Τα υψηλότερα ποσοστά νέων εκτός εργασίας, εκπαίδευσης και κατάρτισης καταγράφονται στα Ιόνια Νησιά (24%), στην Ήπειρο (19,7%), στο Βόρειο Αιγαίο (18,7%) και στο Νότιο Αιγαίο (16,3%).document.addEventListener("DOMContentLoaded", function () {lazym2();}); Αντίθετα, οι καλύτερες επιδόσεις εμφανίζονται στη Στερεά Ελλάδα, στην Κρήτη και στην Αττική, όπου τα ποσοστά κινούνται χαμηλότερα από τον εθνικό μέσο όρο.