Η Κίνα κυριαρχεί στην επεξεργασία και στην αλυσίδα εφοδιασμού, ενώ ελάχιστοι κλάδοι διαθέτουν στη διεθνή πολιτική μόχλευση ανάλογη με εκείνη της βιομηχανίας σπάνιων γαιών. Πολλοί ειδικοί του τομέα διαβλέπουν πάντως μια διέξοδο που εξαρτάται από ένα συγκεκριμένο μετάλλευμα, τον μοναζίτη, σύμφωνα με ανάλυση του Foreign Policy.
«Το μέλλον είναι ο μοναζίτης», δήλωσε ο Τζακ Λίφτον, αναλυτής και συμπρόεδρος του Ινστιτούτου Κρίσιμων Ορυκτών (Critical Minerals Institute), οργανισμού που δημιουργήθηκε για να προωθήσει μια βορειοαμερικανική αλυσίδα εφοδιασμού. «Αυτή τη στιγμή, ο μοναζίτης είναι το σημαντικότερο μετάλλευμα σπάνιων γαιών».
Πρόκειται για ορυκτό πλούσιο σε στοιχεία σπάνιων γαιών, που απαντάται συχνά σε αποθέσεις βαρέων ορυκτών άμμων. Σε αντίθεση με άλλα μεταλλεύματα, μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να συλλεχθεί και να εμπλουτιστεί με σχετικά απλές και οικονομικές μεθόδους, όπως η βυθοκόρηση ή η επιφανειακή εξόρυξη, χωρίς τις εκτεταμένες εξορυκτικές εργασίες που χρειάζονται τα κοιτάσματα σκληρών πετρωμάτων.
Οι άμμοι έχουν ήδη κοκκώδη μορφή. Δεν απαιτείται, λοιπόν, θρυμματισμός ή άλεση, όπως στα πετρώδη μεταλλεύματα.
Τα βαρέα ορυκτά διαχωρίζονται συνήθως από την άμμο στον ίδιο τον χώρο εξόρυξης, με σχετικά φθηνές μαγνητικές μεθόδους ή τεχνικές που στηρίζονται στη βαρύτητα. Απομένει έτσι συμπύκνωμα σχετικά υψηλής περιεκτικότητας, έτοιμο για την επόμενη επεξεργασία.
Τεράστια κοιτάσματα βαρέων ορυκτών άμμων με μοναζίτη υπάρχουν στην Αυστραλία, την Ινδία, τη Βραζιλία, τη Μαδαγασκάρη, τη Μοζαμβίκη και τη Νότια Αφρική. Μικρότερα βρίσκονται στις νοτιοανατολικές ΗΠΑ, στη Σρι Λάνκα, την Κίνα, τη Μαλαισία, την Ταϊλάνδη, την Ινδονησία και το Βιετνάμ.
Σημαντικές επενδύσεις στρέφονται ήδη σε ορυχεία μοναζίτη και σε τεχνολογίες επεξεργασίας του. Στις ΗΠΑ, η Energy Fuels έχει δαπανήσει περισσότερα από 200 εκατομμύρια δολάρια προκειμένου να εξασφαλίσει περιουσιακά στοιχεία μοναζίτη στη Μαδαγασκάρη και τη Βραζιλία.
Προειδοποιητικό παράδειγμα για τους υποστηρικτές του μοναζίτη αποτελεί, ωστόσο, μονάδα επεξεργασίας στο Σασκάτσουαν του Καναδά. Μέχρι σήμερα έχει παραγάγει σχετικά μικρές ποσότητες σπάνιων γαιών, χωρίς να έχει προσδιοριστεί το ακριβές μέγεθός τους.
Εκτός Βόρειας Αμερικής, μεγάλα έργα μοναζίτη σχεδιάζουν επίσης οι Iluka Resources, Tronox, Hastings Technology Metals Limited, Steenkampskraal και άλλοι.
Ραδιενεργό ορυκτό
Η αξιοποίηση του μοναζίτη προσκρούει, όπως επισημαίνει το Foreign Policy, σε δύο μεγάλα εμπόδια: τη διαχείριση των ραδιενεργών υλικών που περιέχει και τις κερδοσκοπικές πρακτικές που, κατά επικριτές του κλάδου, υπονομεύουν την ανάπτυξη αξιόπιστης βιομηχανίας σπάνιων γαιών εκτός Κίνας.
Ο μοναζίτης δεν συγκεντρώνει μόνο τεράστιες ποσότητες πολύτιμων σπάνιων γαιών. Συνήθως περιέχει και ραδιενεργό θόριο και, μερικές φορές, ουράνιο, με αποτέλεσμα ο χειρισμός, η αποθήκευση και η επεξεργασία του να υπόκεινται σε αυστηρούς κανονισμούς κυβερνητικών υπηρεσιών.
«Το πρόβλημα είναι ότι τείνουν να περιέχουν πολύ θόριο», το οποίο είναι ασθενώς ραδιενεργό, δήλωσε ο Τζέιμς Κένεντι της ThREE Consulting, συμβουλευτικής εταιρείας για τις σπάνιες γαίες με έδρα το Μιζούρι. «Επειδή δεν υπάρχει αγορά για το θόριο, πρέπει να το αποθηκεύεις».
Σύμφωνα με τους κανονισμούς της Ρυθμιστικής Επιτροπής Πυρηνικής Ενέργειας των ΗΠΑ και του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας, κάθε αποθηκευμένο ραδιενεργό υλικό για το οποίο δεν υπάρχει προγραμματισμένη χρήση ή τρόπος διάθεσης θεωρείται πυρηνικό απόβλητο.
Τα συνήθη πυρηνικά απόβλητα λογίζονται ως επιβάρυνση. Ο χειρισμός, η μεταφορά και η αποθήκευσή τους, που ενδέχεται να διαρκέσουν εκατοντάδες ή και χιλιάδες χρόνια, διέπονται από αυστηρούς κανονισμούς των πυρηνικών αρχών.
Γύρω στο 1982, κάτοικοι του Περάκ της Μαλαισίας άρχισαν να διαμαρτύρονται για διάφορες ασθένειες. Από το 1979 λειτουργούσε εκεί θυγατρική της Mitsubishi Chemical, η οποία εξήγαγε ύττριο από μετάλλευμα μοναζίτη. Το 1984 Ιάπωνας καθηγητής μέτρησε τα επίπεδα ακτινοβολίας μέσα και κοντά στη δεξαμενή και διαπίστωσε ότι, στις πιο ακραίες περιπτώσεις, ήταν εκατοντάδες φορές υψηλότερα από τα διεθνώς αποδεκτά ανώτατα όρια. Μεταγενέστερη έρευνα εντόπισε εξαιρετικά ασυνήθιστα υψηλά ποσοστά συγγενών ανωμαλιών και οκτώ περιπτώσεις λευχαιμίας στη μικρή κοινότητα κοντά στον χώρο απόρριψης αποβλήτων.
Καθώς μια μελλοντική αναβίωση της παραγωγής σπάνιων γαιών εκτός Κίνας ενδέχεται να εξαρτάται από την αναγέννηση της βιομηχανίας μοναζίτη, ορισμένοι παρατηρητές εξετάζουν προσεκτικά τους αυστηρούς κανονισμούς για την παραγωγή θορίου και άλλων υποπροϊόντων της επεξεργασίας του, στις ΗΠΑ και αλλού.
Η αυστηρότητα αυτών των κανονισμών, δήλωσε ο Κένεντι, θα περιορίσει τις φιλοδοξίες του υπόλοιπου κόσμου στις σπάνιες γαίες, εκτός αν οι κυβερνήσεις αναλάβουν δράση τώρα. «Αν εξορθολογίσετε τους κανονισμούς για το θόριο, θα τερματίσετε την κρίση των σπάνιων γαιών στις ΗΠΑ», είπε. «Θα μετατρέψετε τις σπάνιες γαίες από κάτι που βρίσκεται διαρκώς σε έλλειψη σε κάτι συνηθισμένο, που απλώς προκύπτει με φυσικό τρόπο από άλλες εξορυκτικές δραστηριότητες».
Το μεγαλύτερο εμπόδιο δεν είναι η ραδιενέργεια
Για ορισμένους που δραστηριοποιούνται σήμερα στη βιομηχανία σπάνιων γαιών, οι μεγαλύτερες προκλήσεις των έργων μοναζίτη δεν είναι το θόριο, η ακτινοβολία ή οι κανονισμοί. Είναι ένας συνδυασμός ιδιομορφιών, λανθασμένων αντιλήψεων και πρακτικών εξυπηρέτησης ιδίων συμφερόντων που ταλανίζουν ολόκληρο τον κλάδο.
«Η εξόρυξη σπάνιων γαιών είναι το Αφγανιστάν της μεταλλευτικής βιομηχανίας», δήλωσε ο Κένεντι. Πρόκειται για χώρο όπου άνθρωποι και εταιρείες εισέρχονται με μεγαλόπνοες ιδέες και καταλήγουν παγιδευμένοι σε αδιέξοδα.
Θεμελιώδες πρόβλημα είναι ο εξαιρετικά κερδοσκοπικός χαρακτήρας σχεδόν κάθε πτυχής της βιομηχανίας σπάνιων γαιών, που ευνοεί τις παρασκηνιακές συμφωνίες. Ο κλάδος βρίθει από κερδοσκόπους οι οποίοι αγοράζουν μερίδια σε έργα χωρίς πρόθεση να παραμείνουν έως την ολοκλήρωση, επιδιώκοντας κέρδος από οποιαδήποτε μελλοντική ευνοϊκή είδηση. Η τεχνική είναι γνωστή ως «pump and dump», δηλαδή τεχνητή αύξηση της τιμής και στη συνέχεια μαζική πώληση.
Το Foreign Policy αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στη συμφωνία χρηματοδότησης ύψους 1,6 δισ. δολαρίων μεταξύ της κυβέρνησης Τραμπ και της USA Rare Earth. Συνδέεται με την απόκτηση κρατικής συμμετοχής 10% στην εταιρεία, η οποία κατέχει τα δικαιώματα σε κοίτασμα που ονομάζεται Round Top, στη Σιέρα Μπλάνκα του Τέξας.
«Η σημερινή κυβέρνηση αποτυγχάνει συστηματικά να ζητήσει τη συμβουλή ειδικών και διοχετεύει απερίσκεπτα δισεκατομμύρια δολάρια των φορολογουμένων σε κερδοσκοπικές διαδικασίες και έργα [στοιχείων σπάνιων γαιών], όπως το Round Top, που έχουν ελάχιστες πιθανότητες εμπορικής επιτυχίας», δήλωσε ο Τέρι ΜακΝάλτι, σύμβουλος μεταλλευτικών επιχειρήσεων με έδρα το Τούσον της Αριζόνας.
Ήδη από το 2022, ο Τζεφ Άτκινς, αντιπρόεδρος επιχειρηματικής ανάπτυξης της καναδικής Ucore Rare Metals, καλούσε τους εκπροσώπους της βιομηχανίας να εγκαταλείψουν τη λογική της βραχυπρόθεσμης κερδοσκοπίας και να επικεντρωθούν σε έργα που μπορούν πραγματικά να τεθούν σε παραγωγική λειτουργία.
Προειδοποιούσε ότι, χωρίς αυτή την αλλαγή νοοτροπίας, ο κλάδος δεν θα μπορέσει να εξασφαλίσει τις αναγκαίες ποσότητες σπάνιων γαιών ούτε να προσφέρει την απαιτούμενη σταθερότητα στην εφοδιαστική αλυσίδα.
Αν αυτό δεν συμβεί, προειδοποιεί επίσης ότι δεν θα εξασφαλιστούν ποτέ οι αναγκαίες ποσότητες που χρειάζονται οι ΗΠΑ.
Στην κεντρική φωτογραφία εμφανίζεται η Steenkampskraal Monazite Mine (SMM), στην επαρχία Δυτικού Ακρωτηρίου της Νότιας Αφρικής, η οποία εγκαινίασε πρόσφατα την πρώτη φάση του έργου Steenkampskraal. Τα εγκαίνια της μονάδας σηματοδοτούν τη μετάβαση του κοιτάσματος σπάνιων γαιών με την υψηλότερη περιεκτικότητα στον κόσμο από το εργαστηριακό στάδιο στην εμπορική επεξεργασία ορυκτών, σύμφωνα με το International Mining.

































