Τη σημερινή συνεδρίαση της δίκης για το σιδηροδρομικό δυστύχημα στα Τέμπη άνοιξε η κατάθεση του Αριστείδη Καρατζούνη.
Ταξίδευε στο δεύτερο βαγόνι της επιβατικής αμαξοστοιχίας και υπέστη τραύματα μετά τη σύγκρουση. Τη στιγμή της πρόσκρουσης την περιέγραψε ως «απότομο φρενάρισμα». Αμέσως μετά έφερε τα χέρια μπροστά στο πρόσωπό του, για να προστατευτεί.
Κατέθεσε ότι θυμάται να χτυπά δεξιά και αριστερά και να αντιλαμβάνεται τον στροβιλισμό. Ήταν το τελευταίο που συγκράτησε, ώσπου έχασε τις αισθήσεις του. Τις ανέκτησε σε χωράφι, αφού είχε «εκσφενδονιστεί» από το βαγόνι.
Για τις πρώτες στιγμές αφότου συνήλθε είπε ότι στην αρχή δεν μπορούσε να πάρει καθόλου ανάσα. Ο πρώτος αγώνας, όπως τον χαρακτήρισε, ήταν να πάρει μια ανάσα. Αφού πήρε κάποιες κοφτές ανάσες, προσπαθούσε σιγά σιγά να απομακρυνθεί. Κατάλαβε όμως ότι δεν ήταν σε θέση να σηκωθεί. Επιχειρούσε να σηκωθεί και ξανάπεφτε. Το σκηνικό, ανέφερε, ήταν σαν πολεμική ταινία.
Για τη φωτιά που ακολούθησε τη σύγκρουση είπε ότι ξεκίνησε να πηγαίνει προς τα πίσω και είδε να ξεπηδά μια φωτιά. Ήταν μικρή και εξαπλωνόταν σιγά σιγά, ενώ εκεί άκουσε τις πρώτες φωνές ανθρώπων. Η φωτιά, πρόσθεσε, ξεπήδησε αργά, στο μέσον μιας μάζας.
Έπειτα κατέθεσε ότι κατάφερε να σκαρφαλώσει, με τη βοήθεια άλλων ατόμων, πάνω στην παλιά εθνική, περνώντας μέσα από τα συντρίμμια της εμπορικής αμαξοστοιχίας. Στη συνέχεια διακομίστηκε με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Λάρισας.
Εκεί διαπιστώθηκαν τραύματα στο κεφάλι και σε άλλα σημεία του σώματός του. Σε ερωτήσεις της προέδρου απάντησε ότι δεν θυμάται κάποια στάση της επιβατικής αμαξοστοιχίας μετά την αναχώρησή της από τον Σιδηροδρομικό Σταθμό της Λάρισας.
Ως προς τη μυρωδιά, είπε ότι του έμειναν το «καμένο σίδερο» και το «πλαστικό». Για τη φωτιά απάντησε ότι θυμάται τη φωτιά, έναν σκούρο καπνό που έβγαινε από αυτήν και τη φλόγα που ξεπήδησε, σε συνδυασμό με τις φωνές των ανθρώπων.
Η συνεδρίαση προχωρά με καταθέσεις τραυματιών και συγγενών των θυμάτων.

































