Πρώτος μεγάλος στόχος των Δημοκρατικών γίνονται οι δασμοί του Ντόναλντ Τραμπ σε καναδικά προϊόντα. Μόλις αποκτήσουν τον έλεγχο του Κογκρέσου, σχεδιάζουν να αμφισβητήσουν την εμπορική πολιτική του Αμερικανού προέδρου.
Σύμφωνα με τη Wall Street Journal, ο γερουσιαστής Ρον Γουάιντεν, από τα κορυφαία στελέχη των Δημοκρατικών στην Επιτροπή Οικονομικών της Γερουσίας, μιλά για ευρεία διακομματική δυσαρέσκεια απέναντι στις επιβαρύνσεις στις εισαγωγές από τον Καναδά. Προαναγγέλλει, παράλληλα, νομοθετική πρωτοβουλία για την κατάργησή τους.
«Υπάρχει συντριπτική υποστήριξη για την κατάργηση των δασμών στα προϊόντα από τον Καναδά», είπε ο Γουάιντεν στην WSJ. Πρόσθεσε ότι έχει ήδη αρχίσει διαβουλεύσεις με συναδέλφους του. Η πρωτοβουλία αναμένεται να γίνει η αφετηρία μιας ευρύτερης προσπάθειας να περιοριστεί η εξουσία του προέδρου να επιβάλλει μονομερώς εμπορικούς περιορισμούς.
Η επιλογή του Καναδά δεν έγινε τυχαία. Οι δασμοί έχουν ξεσηκώσει αντιδράσεις σε πολιτείες που συνορεύουν με τη χώρα, όπως το Μίσιγκαν, το Μέιν και η Αλάσκα. Εκεί το ζήτημα μπήκε στο κέντρο της προεκλογικής αντιπαράθεσης. Ακόμη και Ρεπουμπλικανοί υποψήφιοι αναγκάστηκαν να πάρουν αποστάσεις από την πολιτική Τραμπ, όταν διαπίστωσαν πόσο έντονα αντιτίθενται οι ψηφοφόροι.
Η μάχη στο Κογκρέσο και τα όρια μιας ανατροπής
Παρά την πολιτική δυναμική, η κατάργηση των δασμών δεν θεωρείται εύκολη υπόθεση. Ακόμη και με τον έλεγχο του Κογκρέσου, οι Δημοκρατικοί θα χρειαστούν ευρύτερη στήριξη για να ξεπεράσουν τα θεσμικά εμπόδια. Στη Γερουσία, νομοθεσία που συναντά διαδικαστικό κώλυμα χρειάζεται συνήθως 60 ψήφους για να εγκριθεί. Η ανατροπή προεδρικού βέτο απαιτεί πλειοψηφία δύο τρίτων: 67 γερουσιαστές και 290 μέλη της Βουλής, εφόσον ψηφίσουν όλα τα μέλη.
Οι Δημοκρατικοί πιστεύουν, πάντως, ότι οι δασμοί στον Καναδά είναι το πεδίο στο οποίο μπορούν ευκολότερα να προσελκύσουν Ρεπουμπλικανούς βουλευτές και γερουσιαστές. Επιδιώκουν να ασκήσουν πολιτική πίεση στον Λευκό Οίκο και να δυναμώσουν την ώθηση για ευρύτερες αλλαγές, ενόψει και των εκλογών του 2028.
Στη Βουλή, η Δημοκρατική βουλευτής του Μίσιγκαν Ντέμπι Ντίνγκελ έχει συζητήσει πιθανές νομοθετικές παρεμβάσεις με τον Γκρέγκορι Μικς, επικεφαλής των Δημοκρατικών στην Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων. Ο Ρίτσαρντ Νιλ, επικεφαλής της μειοψηφίας στην Επιτροπή Τρόπων και Μέσων, που έχει αρμοδιότητα για το εμπόριο, έχει δηλώσει ότι το κόμμα είναι έτοιμο να σταθεί απέναντι στους δασμούς που ανεβάζουν τις τιμές για τους Αμερικανούς καταναλωτές.
Οι Δημοκρατικοί εξετάζουν επίσης πώς να περιορίσουν τα νομικά εργαλεία που χρησιμοποιεί ο Τραμπ για να επιβάλλει δασμούς. Ανάμεσά τους είναι το Άρθρο 338 του Νόμου περί Δασμών του 1930, στο οποίο στηρίχθηκαν τα μέτρα κατά του Καναδά και το οποίο κανένας πρόεδρος δεν είχε αξιοποιήσει προηγουμένως. Εξετάζεται και το Άρθρο 122 του Νόμου περί Εμπορίου του 1974, που επιτρέπει την επιβολή προσωρινών δασμών.
Διαφωνίες στο εσωτερικό και η στρατηγική Τραμπ
Η προσπάθεια δεν σημαίνει, πάντως, ότι οι Δημοκρατικοί συμφωνούν σε συνολική αναθεώρηση της αμερικανικής εμπορικής πολιτικής. Το κόμμα εμφανίζεται ενωμένο απέναντι στους δασμούς στον Καναδά, αλλά διχάζεται σε πιο στοχευμένα μέτρα, όπως οι επιβαρύνσεις σε χάλυβα, αλουμίνιο και άλλους κλάδους που συνδέονται με την εθνική ασφάλεια.
Ανάλογες διαφωνίες υπάρχουν για τα Άρθρα 232 και 301, που διαδοχικές κυβερνήσεις έχουν χρησιμοποιήσει για δασμούς σε προϊόντα και χώρες οι οποίες θεωρείται ότι απειλούν αμερικανικά συμφέροντα. Το πρώτο αφορά μέτρα εθνικής ασφάλειας και έχει σταθεί η νομική βάση για δασμούς σε χάλυβα, αλουμίνιο και αυτοκίνητα. Το δεύτερο επιτρέπει εμπορικές κυρώσεις σε περιπτώσεις αθέμιτων πρακτικών, μεταξύ άλλων σε βάρος της Κίνας.
Η κυβέρνηση Τραμπ, από την πλευρά της, δεν φαίνεται διατεθειμένη να υποχωρήσει. Ετοιμάζει, αντίθετα, νέους δασμούς βάσει του Άρθρου 301, με επίκεντρο την Κίνα και άλλες 15 οικονομίες, ενώ εξετάζει πρόσθετα μέτρα εθνικής ασφάλειας σε βιομηχανικά ρομπότ, ιατρικές συσκευές και άλλους τομείς. Η ένταση με τον Καναδά μπορεί επίσης να κλιμακωθεί. Ο Τραμπ έχει απειλήσει να διπλασιάσει τους δασμούς στα καναδικά οχήματα, εάν δεν επιτευχθεί συμφωνία έως τον Ιανουάριο.
Κύριο εμπόδιο για τους Δημοκρατικούς παραμένει ότι και τα δύο μεγάλα κόμματα θέλουν να κρατήσουν ευρείες εμπορικές εξουσίες για τον εκάστοτε πρόεδρό τους. Οι ίδιοι θα μπορούσαν στο μέλλον να θελήσουν να αξιοποιήσουν τα ίδια εργαλεία για δικούς τους στόχους, όπως αυστηρότερα εργασιακά και περιβαλλοντικά πρότυπα στο διεθνές εμπόριο. Έτσι, η αντίθεση στους δασμούς του Τραμπ δεν μεταφράζεται απαραίτητα σε συναίνεση για τον περιορισμό των προεδρικών εξουσιών. Η μάχη για τον Καναδά μπορεί να γίνει η πρώτη δοκιμασία. Η συνολική ανατροπή της εμπορικής στρατηγικής του Λευκού Οίκου παραμένει, όμως, πολύ πιο δύσκολη.

































