Î Ïώτα διαβήκαν το κατώφλι τα μάτια της βÏοχής και μετά κείνο το αγαπημÎνο από παλιά, γνώÏιμο Ï€Ïόσωπο…
ΜπÏοστά μου, άφοβα πλημμÏÏισαν σταγόνες απελπισίας από τα μάτια της, γιατί με εμπιστεÏονταν κοντά Ï„Ïιάντα χÏόνια τώÏα…
Πόσα ÏεποÏτάζ «δεν μοιÏαστήκαμε στο δÏόμο. ÎÏχτες αξημÎÏωτες Îξω από τις φυλακÎÏ‚. ΜÎÏες της φωτιάς σε Ï€ÏÏινες διαδηλώσεις διαμαÏτυÏίας…
Μία σοβαÏή και Ï€Î¿Î»Ï Î±Î¾Î¹ÏŒÎ»Î¿Î³Î· δημοσιογÏάφος με καλή Ï€Îνα στα κοινωνικά ÏεποÏτάζ, που βÏÎθηκε άνεÏγη, απλήÏωτη, με πίκÏα και απόγνωση στα μαÏτυÏικά μνημονιακά χÏόνια , που η ελπίδα Îχει χαθεί πίσω από κλειστÎÏ‚ άπονες πόÏτες.
ΟÏτε την αποζημίωση της δεν Îχει πάÏει…
Πάντα Îκανε σοβαÏά ÏεποÏτάζ…Και τώÏα, που χτυπάει πόÏτες, αυτό της απαντοÏν.
«Είσαι Ï€Î¿Î»Ï ÏƒÎ¿Î²Î±Ïή για…μας, στα ÏεποÏτάζ σου»…
Το στομάχι μου Îγινε Ï€ÎÏ„Ïα. Η ψυχή μου την ακοÏμπησε με αγάπη κι εκείνη, μία εξαίÏετη συνάδελφος, που ψάχνει Ï€Î±Î½Ï„Î¿Ï Î´Î¿Ï…Î»ÎµÎ¹Î¬ και δεν βÏίσκει, κάπνισε μαζί μου Îνα τσιγάÏο.
Ο καπνός του μας πήγε Ï€Î¿Î»Ï Ï€Î¯ÏƒÏ‰â€¦Î¤ÏŒÏ„Îµ, που Îμπαιναν τα ΜΑΤ των «δημοκÏατικών «κυβεÏνήσεων στις φυλακÎÏ‚ ΚοÏÏ…Î´Î±Î»Î»Î¿Ï ÎºÎ±Î¹ λιάνιζαν στο ξÏλο τους κÏατοÏμενους, κυÏίως αμοÏστακα παιδιά του ΣωφÏÎ¿Î½Î¹ÏƒÏ„Î¹ÎºÎ¿Ï ÎšÎ±Ï„Î±ÏƒÏ„Î®Î¼Î±Ï„Î¿Ï‚ Ανηλίκων, γιατί είχαν τολμήσει να εξεγεÏθοÏν και να απαιτήσουν λίγη ανθÏωπιά…
Δεν είχα λόγια να την παÏηγοÏήσω. Τόχω ζήσει στο πετσί μου και το ξÎÏω καλά…
Σε βλÎπουν οι παλιοί συνάδελφοι και …παγώνουν. Οσοι Îχουν ακόμα κÏατηθεί με ισοÏÏοπία Ï„Ïόμου σε Îνα τεντωμÎνο σχοινί σαν ακÏοβάτες νοιώθουν πόνο.
Οι άλλοι;
ΟÏτε που τους καίγεται καÏφί…Έκλεισε την πόÏτα, αποχαιÏετώντας με, με υγÏά μάτια κι Îνα πικÏÏŒ χαμόγελο. Η…πεÏηφάνια και η αξιοπÏÎπεια της δεν θα σπάσουν ίσως ποτΠτα…τζάμια στα εÏμητικά κλειστά παÏαθÏÏια του σωματείου μας…
Αγάντα φιλενάδα, δεν μποÏεί , θα νικήσει το δίκιο μας…