Συναντήσαμε τον Γιάννη Βεσλεμέ, σκηνοθέτη και μουσικό (γνωστό με το ψευδώνυμο Felizol) στο 55ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, όπου προβλήθηκε η ταινία του, Νορβηγία, κερδίζοντας μάλιστα και το βραβείο της FIPRESCI, της ένωσης ξένων κριτικών.
Η Νορβηγία έχει ως ήρωα έναν βρικόλακα που ξοδεύεται στη νυχτερινή Αθήνα του 1984, ο οποίος θα αναλάβει μία αποστολή που θα τον οδηγήσει στο βασίλειο του Μαθουσάλα, κάτω από την Πάρνηθα.
Ο πολυτάλαντος Γ.Βεσλεμές μίλησε στο in.gr για φωτοφοβικούς, βαμπίρ και τους ήρωες της βιντεοκασέτας.
Στους τίτλους τέλους ακούγεται το τραγούδι Νορβηγία των «Χωρίς Περιδέραιο». Από εκεί προέκυψε και ο τίτλος της ταινίας;
Ναι. Ουσιαστικά άκουσα κάποια στιγμή το κομμάτι και προσπάθησα να αποκωδικοποιήσω τους κρυπτικούς, παράξενους στίχους του -κυρίως τον στίχο «Η Νορβηγία κατεβαίνει στη Μεσόγειο». Κάπως έτσι ξεκίνησε η ταινία. Το τραγούδι ήταν η αφορμή για να χτίσω το σύμπαν της ελληνικής Νορβηγίας. Προσπάθησα να βρω τι θα μπορούσε να σημαίνει «Η Νορβηγία κατεβαίνει στη Μεσόγειο» σε δραματουργία και αφήγηση.
Το φως παίζει σημαντικό ρόλο στην ταινία σου, παρ' όλο που αυτή αναφέρεται σε φωτοφοβικούς...
Ο φωτοφοβικός αναφέρεται κυρίως στο φως της ημέρας. Η ταινία ξεκινάει με τον ήρωα πουκαταβάλει προσπάθεια να καλυφθεί από το φως της μέρας που μπαίνει από το παράθυρο του τρένου. Περισσότερο, για μένα είναι μια δήλωση για τον χαρακτήρα. Πέρα από βρικόλακας είναι ένα πλάσμα της νύχτας, ένα χαμένο κορμί που ξοδεύεται μέσα στη νύχτα. Αυτό είναι για μένα ο νεκροζώντανος, το βαμπίρ. Ο άνθρωπος της νύχτας που ψάχνει για αγάπη.
Γιατί επέλεξες η ταινία σου να διαδραματίζεται το 1984;
Το έκανα και λίγο προβοκατόρικα. Η ταινία σχετίζεται με τη δεκαετία του 1980 για λόγους δραματουργικούς και αισθητικούς. Έχω μία φετιχιστική σχέση με τη δεκαετία του 1980, είναι η παιδική μου ηλικία, είναι τα πράγματα που αγαπάω, οι ταινίες που έβλεπα και βλέπω ακόμα και οι μουσικές που ακούω. Ήθελα να επιλέξω μια χρονολογία που να θυμίζει κάτι και να υπάρχει μια ζοφερή ατμόσφαιρα γύρω από το άκουσμά της. Ακούς 1984 και σκέφτεσαι κάτι σκοτεινό. Είναι μια επιφανειακή προσέγγιση ενδεχομένως, αλλά λειτουργεί.
Η Νορβηγία έχει ως ήρωα έναν βρικόλακα που ξοδεύεται στη νυχτερινή Αθήνα του 1984, ο οποίος θα αναλάβει μία αποστολή που θα τον οδηγήσει στο βασίλειο του Μαθουσάλα, κάτω από την Πάρνηθα.
Ο πολυτάλαντος Γ.Βεσλεμές μίλησε στο in.gr για φωτοφοβικούς, βαμπίρ και τους ήρωες της βιντεοκασέτας.
Στους τίτλους τέλους ακούγεται το τραγούδι Νορβηγία των «Χωρίς Περιδέραιο». Από εκεί προέκυψε και ο τίτλος της ταινίας;
Ναι. Ουσιαστικά άκουσα κάποια στιγμή το κομμάτι και προσπάθησα να αποκωδικοποιήσω τους κρυπτικούς, παράξενους στίχους του -κυρίως τον στίχο «Η Νορβηγία κατεβαίνει στη Μεσόγειο». Κάπως έτσι ξεκίνησε η ταινία. Το τραγούδι ήταν η αφορμή για να χτίσω το σύμπαν της ελληνικής Νορβηγίας. Προσπάθησα να βρω τι θα μπορούσε να σημαίνει «Η Νορβηγία κατεβαίνει στη Μεσόγειο» σε δραματουργία και αφήγηση.
Το φως παίζει σημαντικό ρόλο στην ταινία σου, παρ' όλο που αυτή αναφέρεται σε φωτοφοβικούς...
Ο φωτοφοβικός αναφέρεται κυρίως στο φως της ημέρας. Η ταινία ξεκινάει με τον ήρωα πουκαταβάλει προσπάθεια να καλυφθεί από το φως της μέρας που μπαίνει από το παράθυρο του τρένου. Περισσότερο, για μένα είναι μια δήλωση για τον χαρακτήρα. Πέρα από βρικόλακας είναι ένα πλάσμα της νύχτας, ένα χαμένο κορμί που ξοδεύεται μέσα στη νύχτα. Αυτό είναι για μένα ο νεκροζώντανος, το βαμπίρ. Ο άνθρωπος της νύχτας που ψάχνει για αγάπη.
Γιατί επέλεξες η ταινία σου να διαδραματίζεται το 1984;
Το έκανα και λίγο προβοκατόρικα. Η ταινία σχετίζεται με τη δεκαετία του 1980 για λόγους δραματουργικούς και αισθητικούς. Έχω μία φετιχιστική σχέση με τη δεκαετία του 1980, είναι η παιδική μου ηλικία, είναι τα πράγματα που αγαπάω, οι ταινίες που έβλεπα και βλέπω ακόμα και οι μουσικές που ακούω. Ήθελα να επιλέξω μια χρονολογία που να θυμίζει κάτι και να υπάρχει μια ζοφερή ατμόσφαιρα γύρω από το άκουσμά της. Ακούς 1984 και σκέφτεσαι κάτι σκοτεινό. Είναι μια επιφανειακή προσέγγιση ενδεχομένως, αλλά λειτουργεί.


































