Ο αμερικανός συγγραφέας Φίλιπ Μίλτον Ροθ, ο οποίος είχε εξυμνηθεί αλλά και επικριθεί διότι απογύμνωνε τις νευρώσεις και τις εμμονές των αμερικανών εβραίων και περιέγραφε με διεισδυτική ματιά τόσο την εμπειρία αυτής της κοινότητας όσο και την αμερικανική κοινωνία, απεβίωσε την Τρίτη σε ηλικία 85 χρόνων, ανακοίνωσε ο λογοτεχνικός πράκτοράς του.
Ο Ροθ, που είχε γράψει πάνω από τριάντα λογοτεχνικά έργα -ανάμεσά τους το αυτοβιογραφικό βιβλίο Patrimony(1991· στα ελληνικά Πατρική κληρονομιά, μτφ. Τάκη Κιρκή, εκδόσεις Χατζηνικολή, 1995) -πέθανε στις 22:3ο τοπική ώρα από καρδιακή ανεπάρκεια, όπως διευκρίνισε ο Άντριου Γουάιλι.
Ο Ροθ ήταν ένας από τους συγγραφείς που αναφερόταν συχνά στις συζητήσεις για το Νόμπελ Λογοτεχνίας, όμως δεν του απονεμήθηκε ποτέ. Είχε πάρει πάντως το λογοτεχνικό Πούλιτζερ, για το βιβλίο του American Pastoral (1998· στα ελληνικά Αμερικανικό ειδύλλιο, μτφ. Τρισεύγενης Παπαϊωάννου, εκδόσεις Πόλις, 2010).
Τα τελευταία χρόνια ο Ροθ στράφηκε στην εξέταση των υπαρξιακών και σεξουαλικών κρίσεων της μέσης ηλικίας, χωρίς όμως να πάψει ποτέ να εξερευνά τη ντροπή και τα ένοχα μυστικά της ανθρώπινης ύπαρξης, πάντα με μια γερή δόση χιούμορ.
Γεννημένος στο Νούαρκ τη 19η Μαρτίου 1933, γιος πωλητή ασφαλειών, σπούδασε αγγλική φιλολογία στο πανεπιστήμιο Μπακλ και στο πανεπιστήμιο του Σικάγου. Δίδασκε για χρόνια συγκριτική λογοτεχνία, κυρίως στο πανεπιστήμιο της Πενσιλβάνιας.
Έπειτα από 5ο και πλέον χρόνια συγγραφής, ο Ροθ απεφάνθη ότι το Nemesis (2010· στα ελληνικά Νέμεσις, μτφ. Κατερίνας Σχινά, εκδόσεις Πόλις, 2011), όπου φαντάζεται μια επιδημία στο Νούαρκ, όπου μεγάλωσε, θα ήταν το τελευταίο του μυθιστόρημα. Κατόπιν απεφάνθη να ξαναδιαβάσει όλα του τα κείμενα με σκοπό «να δω αν απλά έχανα τον χρόνο μου», είχε πει το 2014, σε μια συνέντευξή του στο New York Times Book Review. Για το συμπέρασμά του, επανέλαβε μια ατάκα του Τζο Λούις, του πυγμάχου βαρέων βαρών τη δεκαετία του 1930 και του 1940: «Έκανα ό,τι κ...