Εξασθενώ ή εξασθενίζω; Ημερομηνία:
9/7/2018, 11:35 - Εμφανίσεις: 77
Στην αρχαία ελληνική γλώσσα το επίθετο
ασθενής
(στερητικό α- + σθένος, σιγμόληκτο δικατάληκτο επίθετο της γ’ κλίσης, ο/η ασθενής, το ασθενές) σήμαινε αυτόν που στερείται σθένους (δυνάμεως), τον αδύνατο, τον ασθενικό ή καχεκτικό, τον φτωχό ή άπορο (όταν γινόταν λόγος για την περιουσιακή κατάσταση κάποιου), τον άσημο ή ασήμαντο.
Παράγωγα του επιθέτου ασθενής στην αρχαία ελληνική γλώσσα ήταν το ουσιαστικό
ασθένεια
(έλλειψη ισχύος, αδυναμία, καχεξία, αρρώστια ή νόσος) και τα ρήματα
ασθενέω
και
ασθενόω
.
Το πρώτο από τα δύο αυτά ρήματα, το
ασθενέω
(ασθενήσω, ο μέλλοντάς του), είχε την έννοια τού νοσώ, είμαι ασθενής, αδύνατος ή καχεκτικός. Το δεύτερο, το
ασθενόω
(ασθενώσω, ο μέλλοντάς του), σήμαινε καθιστώ κάτι ασθενές, ανίσχυρο.
Όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό από τα ανωτέρω, το ρήμα ασθενέω ήταν αμετάβατο (δηλαδή, δε δεχόταν ως συμπλήρωμα αντικείμενο), ενώ το ρήμα ασθενόω ήταν μεταβατικό (δηλαδή, έπαιρνε αντικείμενο).
Ανάλογη διαφορά, μολονότι οι περισσότεροι συντάκτες κειμένων ή ομιλητές την αγνοούν, υφίσταται και στη νέα ελληνική γλώσσα μεταξύ των ρημάτων
εξασθενώ
και
εξασθενίζω
.
Το
αμετάβατο ρήμα εξασθενώ
σημαίνει αποδυναμώνομαι, ατονώ, γίνομαι αδύναμος, χάνω τη δύναμή μου, αποκλιμακώνομαι σε ένταση:
«Όπως προκύπτει από την τελευταία πρόγνωση της Εθνικής Μετεωρολογικής Υπηρεσίας, οι άνεμοι θα εξασθενήσουν σταδιακά σε όλα τα πελάγη, κι έτσι θα μπορέσουμε να επιστρέψουμε από το νησί χωρίς προβλήματα», «Νομίζω ότι δε υπάρχει λόγος ανησυχίας, καθώς είναι απόλυτα φυσιολογικό να εξασθενεί η μνήμη του ανθρώπου με την πάροδο του χρόνου», «Δυστυχώς, η ελληνική οικονομία εξασθενεί ολοένα και περισσότερο μετά τις δυσμενείς εξελίξεις στην πολιτική κονίστρα της χώρας μας».
Το
μεταβατικό ρήμα εξασθενίζω
, από την άλλη πλευρά, έχει τη σημασία τού αποδυναμώνω, καθιστώ κάποιον ή κάτ...