Εφορία, εφορεία και ευφορία Ημερομηνία:
5/11/2018, 11:56 - Εμφανίσεις: 46
Στο πλαίσιο της ενότητας του in.gr που έχει αφιερωθεί στην ελληνική γλώσσα, είχαμε έως τώρα την ευκαιρία να αναφερθούμε κατ’ επανάληψιν σε περιπτώσεις ομοηχίας που προκαλούν ιδιαίτερες δυσκολίες σε πολλούς χρήστες της νέας ελληνικής γλώσσας.
Ένα ακόμα παράδειγμα λέξεων που ενδέχεται να οδηγήσουν εξαιτίας της ηχητικής ταύτισής τους σε λάθη από ορθογραφικής και εννοιολογικής απόψεως είναι τα ουσιαστικά
εφορία
,
εφορεία
και
ευφορία
.
Άλλη μια φορά, ο εντοπισμός της ετυμολογικής προέλευσης των υπό εξέταση ουσιαστικών θα αναδείξει το διαφορετικό σημασιολογικό περιεχόμενό τους, αλλά και τον ενδεδειγμένο τρόπο γραφής ενός εκάστου εξ αυτών.
Κατ’ αρχάς, το ουσιαστικό
εφορία
παράγεται από το ουσιαστικό της αρχαίας ελληνικής γλώσσας
έφορος
, που είχε την έννοια του επόπτη, του φρουρού, του κυβερνήτη (οι 5 άρχοντες που ασκούσαν την πραγματική εξουσία στην αρχαία Σπάρτη ονομάζονταν Έφοροι).
Με τη σειρά του, το ουσιαστικό έφορος προήλθε από το ρήμα της αρχαίας ελληνικής
εφοράω/εφορώ
(συνηρημένο ρήμα σε -άω), που σήμαινε επιβλέπω, επιτηρώ, παρατηρώ, επιθεωρώ, στρέφω το βλέμμα μου προς κάτι, προσέχω, είμαι σε επιφυλακή.
Όσον αφορά το σημαινόμενο της λέξης εφορία, αυτή δηλώνει την αρχή, το όργανο ή την υπηρεσία υπό την επίβλεψη της οποίας τελούν άλλες υπηρεσίες, τη γνωστή σε όλους ανεξαιρέτως υπηρεσία που υπάγεται στο υπουργείο Οικονομικών και έχει ως έργο τη βεβαίωση και την είσπραξη των φόρων, καθώς και —συνεκδοχικώς— το κτίριο όπου στεγάζεται η υπηρεσία αυτή.
Κατά δεύτερον, το ουσιαστικό
εφορεία
απαντά ήδη στην αρχαία ελληνική γλώσσα ως παράγωγο του ρήματος
εφορεύω
, που σήμαινε, όπως και στη νέα ελληνική, εποπτεύω, επιβλέπω, είμαι έφορος, εκτελώ καθήκοντα εφόρου. Για το λόγο αυτό,, η εφορεία δήλωνε στην αρχαία ελληνική την επιτήρηση, την επίβλεψη, αλλά και το ίδιο το αξίωμα του εφόρου.