Έχοντας πλέον κατά νουν το ρηματικό τύπο
έσχον
(υποτακτική σχω, ευκτική σχοίην, προστακτική σχες, απαρέμφατο σχειν, μετοχή σχων – σχούσα – σχον) στον αόριστο β’ του αρχαιοελληνικού
έχω
, μπορούμε να επανέλθουμε στο ζήτημα των σύνθετων ρημάτων της νέας ελληνικής που προέρχονται από τη συνένωση τού
έχω
με διάφορες προθέσεις.
Τα πολυάριθμα αυτά ρήματα είναι δυνατόν να διακριθούν σε τρεις κατηγορίες:
Στην πρώτη κατηγορία συγκαταλέγονται αυτά που σχηματίζουν τον
αόριστο
διατηρώντας το
-έσχον
του αορίστου β’ της αρχαίας ελληνικής: απέχω – απέσχον (υποτακτική απόσχω, μετοχή αποσχών, αποσχούσα, αποσχόν), επέχω – επέσχον (υποτακτική επίσχω, μετοχή επισχών, επισχούσα, επισχόν), μετέχω – μετέσχον (υποτακτική μετάσχω, μετοχή μετασχών, μετασχούσα, μετασχόν), παρέχω – παρέσχον (υποτακτική παράσχω, μετοχή παρασχών, παρασχούσα, παρασχόν), συμμετέχω – συμμετέσχον (υποτακτική συμμετάσχω, μετοχή συμμετασχών, συμμετασχούσα, συμμετασχόν).
Στη δεύτερη κατηγορία συγκαταλέγονται αυτά που σχηματίζουν τον
αόριστο
όμοιο με τον
παρατατικό
: διακατέχω – διακατείχα, εμπεριέχω – εμπεριείχα, ενέχω – ενείχα, εξέχω – εξείχα, κατέχω – κατείχα, περιέχω – περιείχα, προεξέχω – προεξείχα, προέχω – προείχα, συνέχω – συνείχα, υπερέχω – υπερείχα, υπέχω – υπείχα.
Μια τρίτη, ξεχωριστή κατηγορία αποτελούν τα ρήματα
αντέχω
και
προσέχω
, που σχηματίζουν τον παρατατικό και τον αόριστο σαν να ήταν απλά και όχι σύνθετα: αντέχω – άντεχα – άντεξα και προσέχω – πρόσεχα – πρόσεξα.
Παρά ταύτα, πολλοί είναι οι χρήστες της νέας ελληνικής γλώσσας που προτιμούν να σχηματίζουν τον αόριστο των προαναφερθέντων ρημάτων της πρώτης κατηγορίας με τον απλούστερο τρόπο, δηλαδή σε
-είχα<...