Κατά δεÏτεÏον, το ουσιαστικό
επίδÏαση
Îχει σαφώς
ευÏÏτεÏη σημασία
από την επήÏεια, καθώς δηλώνει την κάθε είδους (επ)ενÎÏγεια —κατά κανόνα αÏγή και ανεπαίσθητη— που ασκείται σε Ï€Ïόσωπα ή Ï€Ïάγματα, καθώς και τις μεταβολÎÏ‚ που αυτή επιφÎÏει στη διαμόÏφωση, τη λειτουÏγία ή τη συμπεÏιφοÏά τους.
Τα παÏαδείγματα που ακολουθοÏν είναι διαφωτιστικά: «Το θÎμα της διάλεξής του είναι η επίδÏαση του Ï†Ï…ÏƒÎ¹ÎºÎ¿Ï Ï€ÎµÏιβάλλοντος και των κλιματικών συνθηκών στη διαμόÏφωση της Ï€Ïοσωπικότητας ενός ατόμου», «Ο άνθÏωπος αυτός ασκεί βλαπτική επίδÏαση στους γÏÏω του», «Η θεαματική βελτίωσή του είναι αποτÎλεσμα της ευεÏγετικής επίδÏασης που δÎχεται από τον καθηγητή του», «Ουδείς γνωÏίζει πόσο σοβαÏή επίδÏαση θα Îχει η εδαφική αυτή διÎνεξη στις σχÎσεις των δÏο χωÏών».
Όταν χÏησιμοποιείται στον
πληθυντικό αÏιθμό
, το ουσιαστικό αυτό δηλώνει ενίοτε την ενÎÏγεια που ασκείται σε Îνα συγγÏαφÎα ή σε Îναν καλλιτÎχνη, καθώς και στο ÎÏγο αυτοÏ, από άλλους δημιουÏγοÏÏ‚ ή από άλλα ÎÏγα: «Στο ÎÏγο του είναι εμφανείς οι επιδÏάσεις που Îχει δεχτεί από συγγÏαφείς του ΜεσοπολÎμου», «Η μελÎτη του Ï€ÏαγματεÏεται τις ποικίλες επιδÏάσεις της αÏχαίας ελληνικής Ï„Îχνης στη νεότεÏη ελληνική αλλά και παγκόσμια Ï„Îχνη».
Από ετυμολογικής απόψεως, το ουσιαστικό επίδÏαση παÏάγεται από το ελληνιστικό Ïήμα
επιδÏÏŽ
, που σημαίνει κάνω επιπλÎον: [λόγ.
επιδÏα- (επιδÏÏŽ) -σις > -ση
]
ΕπήÏεια, επίδÏαση και επιÏÏοή (ΜÎÏος Α’)
...
Πηγή/ΠεÏισσότεÏα: in.gr