ΤÎλος, το ουσιαστικό
επιÏÏοή
συναντάται και στην αÏχαία ελληνική γλώσσα, με την Îννοια της συÏÏοής, της εισÏοής, της πλημμÏÏας, του ÎºÎ±Ï„Î±ÎºÎ»Ï…ÏƒÎ¼Î¿Ï Î® του χειμάÏÏου.
Το εν λόγω ουσιαστικό ήταν παÏάγωγο του Ïήματος
επιÏÏÎω
, που σήμαινε ÏÎω/Ï„ÏÎχω/χÏνομαι επί της επιφανείας κάποιου Ï€Ïάγματος, ÏÎω μÎσα σε κάτι, (για ανθÏώπους) κινοÏμαι σαν χείμαÏÏος Ï€Ïος κάποια κατεÏθυνση, (για όχλο) ÎÏχομαι ή πηγαίνω Ï€Ïος κάποιο μÎÏος.
Στη νÎα ελληνική γλώσσα το ουσιαστικό επιÏÏοή χÏησιμοποιείται κατά τους ακόλουθους Ï„Ïεις Ï„Ïόπους:
Για να δηλωθεί ο επηÏεασμός του Ï€Î½ÎµÏ…Î¼Î±Ï„Î¹ÎºÎ¿Ï Î® του ÏˆÏ…Ï‡Î¹ÎºÎ¿Ï ÎºÏŒÏƒÎ¼Î¿Ï… ενός ανθÏώπου, η επίδÏαση που ασκείται στις εκδηλώσεις ή στις αποφάσεις του: «Είναι εμφανÎÏ‚ ότι είναι κάτω από την ολÎθÏια επιÏÏοή του», «Ήταν σημαντική η επιÏÏοή των μελών της οικογÎνειάς του στις επαγγελματικÎÏ‚ επιλογÎÏ‚ του», «Με ποιους Ï„Ïόπους η Ελλάδα αφομοιώνει, επεξεÏγάζεται και μετουσιώνει την αμεÏικανική πολιτισμική επιÏÏοή;»
Για να εκφÏαστεί η ισχÏÏ‚ ενός ανθÏώπου στο πλαίσιο οÏισμÎνης ανθÏώπινης ομάδας, η ικανότητά του να επιβάλλεται με το κÏÏος του και να εμπνÎει σεβασμό στους άλλους: «Απ’ ÏŒ,τι Îχω διαβάσει, ο πολιτικός αυτός διÎθετε μεγάλη επιÏÏοή στο κόμμα», «Οι θÏησκευτικοί ηγÎτες ασκοÏν καθοÏιστική επιÏÏοή στις κοινωνίες της μουσουλμανικής ΜÎσης Ανατολής».
Ως συνώνυμο της εξουσίας ή της κυÏιαÏχίας, όταν γίνεται λόγος για μια χώÏα: «Κατά τη μεταπολεμική πεÏίοδο η χώÏα μας Ï€ÎÏασε σταδιακά από την αγγλική στην αμεÏικανική επιÏÏοή», «Κατά γενική ομολογία, η ΚÏοατία ανήκει στη σφαίÏα επιÏÏοής της ΓεÏμανίας».
Το ουσιαστικό επιÏÏοή συγκαταλÎγεται στις λÎξεις της Ελληνικής που εμφανίζουν
Ï€Ïοβλήματα οÏθογÏαφίας
, δεδομÎνου ότι συχνά-πυκνά συγχÎεται με το Ï€ÏοαναφεÏθÎν ουσιαστικό επήÏεια, με αποτÎλεσμα να εμφανίζονται γÏαφÎÏ‚ όπως επίÏÏοια, επήÏÏοια κ.ά.
ΤÎτοιου είδους ανοÏθογÏαφίες μποÏοÏμε να τις αποφÏγουμε εÏκολα, εάν Îχουμε κατά νουν ...
Πηγή/ΠεÏισσότεÏα: in.gr