Αισχύλος, το πνεύμα του δικαίου (Μέρος ΙΕ’) Ημερομηνία:
9/9/2019, 10:28 - Εμφανίσεις: 78
Η
Ορέστεια
, το
αποκορύφωμα της αισχύλειας δημιουργίας
και συγχρόνως ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα της ανθρώπινης σκέψης, είναι η
μοναδική σωζόμενη τριλογία
του
Αισχύλου
. Τα τρία δράματα που την αποτελούσαν είναι ο
Αγαμέμνων
, οι
Χοηφόροι
και οι
Ευμενίδες
.
Το 458 π.Χ., όταν ο Αισχύλος ανέβασε την τριλογία —την ακολουθούσε το χαμένο σατυρικό δράμα
Πρωτεύς
— και κατέλαβε την πρώτη θέση, το θέμα αυτής είχε ήδη μακρά ιστορία, αρχής γενομένης από τον Όμηρο: η θυσία της Ιφιγένειας στην Αυλίδα από τον πατέρα της, τον Αγαμέμνονα, με σκοπό να μπορέσει να αποπλεύσει ο στόλος των Αχαιών με προορισμό την Τροία, το άσβεστο μίσος της Κλυταιμνήστρας για το σύζυγό της, η ερωτική σχέση της με τον Αίγισθο, ο φόνος του Αγαμέμνονα.
Κατά συνέπεια, το ουσιαστικό επίτευγμα του Αισχύλου δεν έγκειται στην εφεύρεση του θέματος.
Από σκηνοθετικής απόψεως, η
Ορέστεια
απέκτησε μεγαλύτερη ελευθερία και μεγαλύτερο πλούτο σε σύγκριση με παλαιότερα έργα.
Ο τρίτος υποκριτής χρησιμοποιείται αφειδώς, ενώ η πρόσοψη ενός παλατιού αποτελεί το σκηνικό της τριλογίας.
Η δράση του
Αγαμέμνονος
ξεκινά λίγο πριν από το ξημέρωμα, με ένα φύλακα που κατ’ εντολήν της
Κλυταιμνήστρας
είναι στο δώμα του παλατιού, με σκοπό να εντοπίσει το φωτεινό σήμα που από βουνοκορφή σε βουνοκορφή θα αναγγείλει στο Άργος την πτώση της Τροίας.
Την αγαλλίαση για το άναμμα του φρυκτού (πυρσού) διαδέχεται αμέσως η επίγνωση της ενοχής και του κινδύνου που ελλοχεύουν στο παλάτι, το εναγώνιο προαίσθημα για όσα θα ακολουθήσουν.
Μετά ο αγγελιαφόρος αναγγέλλει την επάνοδο του βασιλιά.
Ο νικητής
Αγαμέμνονας
εισέρχεται στη σκηνή μαζί με την παλλακίδα του, την αιχμάλωτη βασιλοπούλα
Κασσάνδρα
, την κόρη του Πριάμου.