Ωμές απεικονίσεις των ανισοτήτων του Λονδίνου στην έκθεση «Γουΐλιαμ Χόγκαρθ: Τόπος και Πρόοδος» Ημερομηνία:
16/10/2019, 10:56 - Εμφανίσεις: 114
Κανένας από τους επισκέπτες της έκθεσης «Γουΐλιαμ Χόγκαρθ: Τόπος και Πρόοδος» («Hogarth: Place and Progress») στο μουσείο Sir John Sloane’s στο Λονδίνο, δεν θα μπορούσε να μη νιώσει το σοκ από τις ωμές απεικονίσεις της ζωής στη βρετανική πρωτεύουσα στις αρχές του 18ου αιώνα και τις κοινωνικές ανισότητες που τη χαρακτήριζαν.
Στα 56 έργα που συνθέτουν την έκθεση, δεν υπάρχει ούτε ένας πίνακας που να μην απεικονίζει πένητες, επαίτες και έκθετα στους δρόμους παιδιά.
Όλες τούτες οι αναπαραστάσεις της καθημερινής ζωής του τοτινού Λονδίνου επαναφέρουν ολοζώντανα στα μάτια μας τις ανθυγιεινές κι άνισες συνθήκες μέσα από το δηκτικό και σαρκαστικό βλέμμα του μεγάλου δημιουργού.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Hogarth: Place and Progress opens next Wednesday.
Entry is by free timed ticket: Link in bio Η δημοσίευση κοινοποιήθηκε από το χρήστη Sir John Soane’s Museum (@soanemuseum) στις 2 Οκτ, 2019 στις 5:53 πμ PDT Ήδη από τα πρώτα έργα της έκθεσης, ο Χάγκαρθ σπεύδει να διαλύσει την όποια ελπίδα είχε ο θεατής να θαυμάσει μία εξωραϊσμένη τοιχογραφία του Λονδίνου εκείνων των καιρών.
Απεναντίας, ο εναρκτήριος πίνακας, που παρουσιάζει μία κοπέλα που μόλις ήλθε από την επαρχία και πέφτει στα δίκτυα μίας ιδιοκτήτριας οίκου ανοχής, προοιμιακά εισάγει στον καμβά που συνέθετε τον χαρακτήρα του Λονδίνου ως «Πόλης Τέρας», όπως το είχε χαρακτηρίσει ο ιδιοφυής σύγχρονος του Χόγκαρθ συγγραφέας Ντάνιελ Ντεφόε.
Το έργο τούτο είναι η πρώτη εκδοχή του «Η πρόοδος της πόρνης» (σήμερα διασώζεται μόνον ως μία σειρά χαρακτικών) που εκτίθεται σε παραλληλία με τη σειρά των πινάκων της «Προόδου του Ασώτου», τη δεύτερη σειρά που φιλοτέχνησε δύο χρόνια αργότερα, το 1734 και αποτελούσαν τμήμα της εκκεντρικής συλλογής του Μουσείου, που δημιούργησε προ δύο αιώνων ο ιδιοκτήτης του.
Οι δύο αυτοί χαρακτήρες, καίτοι κοινωνικά διαφορετικοί —ο πλούσιος έκλυτος και η λαϊκή πόρνη— καταλήγουν στο ίδιο τραγικό τέλος: η μία πεθαίνει νέα, ο άλλος καταλήγει σε άσυλο παραφρόνων στο Μπέντλαμ.