QC: Γεμάτο «κλοπιμαία» το Βρετανικό Μουσείο που έχουν αφαιρεθεί με τη βία από άλλους λαούς Ημερομηνία:
5/11/2019, 18:14 - Εμφανίσεις: 171
Ότι εκθέτει κλοπιμαία κατηγορεί το Βρετανικό Μουσείο, το κορυφαίο δικηγορικό γραφείο του Geoffrey Robertson, ο οποίος εξαπολύει δριμύτατη επίθεση στη διοίκηση.
Ο ίδιος μάλιστα τολμά να αναφέρεται σε «κλεμμένη πολιτιστική κληρονομιά» και «ξεναγήσεις στο μουσείο που είναι γεμάτο αντικείμενα που έχουν αφαιρεθεί με τη βία από άλλους λαούς».
Το δικηγορικό γραφείο QC, αγωνίζεται για την επιστροφή αρχαιοτήτων σε χώρες, από τις οποίες αυτές είχαν αφαιρεθεί με διάφορους τρόπους κατά το παρελθόν.
Στο μικροσκόπιο του Ρόμπερτσον μπαίνει ιδιαίτερα το Βρετανικό Μουσείο, ο οποίο «επιτρέπει μια περιήγηση στα κλεμμένα έργα», η οποία «κάνει στάσεις στα μάρμαρα του Έλγιν, το μοάι Hoa Kakananai’a, τα μπρούτζινα αντικείμενα από το Μπενίν και άλλους κλεμμένους εθνικούς θησαυρούς».
Τα αντικείμενα στα οποία αναφέρεται ο Ρόμπερτσον διεκδικούνται από την Ελλάδα, τα νησιά του Πάσχα και τη Νιγηρία αντίστοιχα και είναι αντικείμενα διαρκών αντιπαραθέσεων.
«Οι μεγαλύτεροι αποδέκτες κλεμμένης ιδιοκτησίας» «Οι διαχειριστές του Βρετανικού Μουσείου έχουν μετατραπεί στους μεγαλύτερους αποδέκτες κλεμμένης ιδιοκτησίας παγκοσμίως και ένα μεγάλο μέρος των λαφύρων δεν εκτίθενται καν στο κοινό» υποστηρίζει ο Robertson, καλώντας τη διοίκηση να επιστρέψει τα αρχαιολογικά ευρήματα που αφαιρέθηκαν από τις χώρες που παρευρίσκονταν υπό βρετανική κατοχή στο παρελθόν.
Όπως εξηγεί, το Βρετανικό Μουσείο δεν σταματά να διαδίδει σειρά από «προσεκτικά κατασκευασμένα ψέματα και μισές αλήθειες» για το πώς ο λόργος Έλγιν «έσωσε» τα γλυπτά του Παρθενώνα από την καταστροφή ή για το πώς πέρασαν οι αρχαιότητες αυτές στην κατοχή του με νόμιμο τρόπο.
Τι απαντά το Βρετανικό Μουσείο Εκπρόσωπος του Βρετανικού Μουσείου παραδέχτηκε ότι πράγματι γίνεται μια περιήγηση «κλεμμένων έργων», αλλά από εξωτερικό οδηγό και όχι άνθρωπο του Μουσείου.
Πρόσθεσε ότι ειδικά τα μάρμαρα του Έλγιν αποκτήθηκαν με νόμιμο τρόπο.
«Οι δραστηριότητες του λόρδου Έλγιν ερευνήθηκαν εκτενώς από μια επιτροπή του κοινοβουλίου το 1816 και εντοπίστηκαν εντελώς νόμιμες», είπε.