Η προσέγγιση της έννοιας του ελληνισμού από τη σκοπιά της γλώσσας ειδικότερα –αυτό είναι, υπενθυμίζουμε, το πρωταρχικό μέλημά μας στην τρέχουσα σειρά άρθρων– μας οδηγεί ευθύς εξαρχής στο ρήμα ελληνίζω με τη σημασία που είχε στο αρχαιοελληνικό λεξιλόγιο.
Το εν λόγω ρήμα, που αποτελεί την ετυμολογική αφετηρία του όρου ελληνισμός, απαντά στα κείμενα των Κλασικών Χρόνων (5ος-4ος αιώνας π.Χ.), κατά βάση με την έννοια τού «ομιλώ ελληνιστί», «μιλώ ελληνικά» ή «εκφράζομαι στα ελληνικά».
Βεβαίως, δεδομένης της συνύπαρξης διαφόρων μορφών της ελληνικής την εποχή εκείνη, το «μιλώ ελληνικά» σήμαινε στην πραγματικότητα ότι καταλαβαίνω και μιλώ κάποια από τις τοπικές διαλέκτους που συναποτελούσαν τότε την ελληνική γλώσσα.
Προϊόντος του χρόνου, όπως έχουμε τονίζει διεξοδικά σε παλαιότερα άρθρα μας, οι προαναφερθείσες αρχαιοελληνικές διάλεκτοι εισήλθαν σε φάση παρακμής και σταδιακά παραμερίστηκαν από την περίφημη ελληνιστική κοινή, γέννημα της κυρίαρχης κατά τους Κλασικούς Χρόνους αττικής διαλέκτου.
Η εξέλιξη αυτή, η πλήρης επικράτηση της κοινής –έτσι την ονόμασαν οι ίδιοι οι αρχαίοι– κατά την Ελληνιστική Εποχή, επέφερε και μια ουσιώδη αλλαγή στο σημασιολογικό περιεχόμενο του ρήματος ελληνίζω: τη θέση τού «μιλώ ελληνικά» κατέλαβε το «μιλώ την ελληνιστική κοινή», «μιλώ την κοινή διάλεκτο».Κατά τα άλλα, στα κείμενα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας εν γένει το ελληνίζω συνοδεύεται κατά κανόνα από έναν επιρρηματικό προσδιορισμό, που του προσδίδει μάλιστα μια διαφορετική κατά περίπτωση εννοιολογική απόχρωση.
Ένα εξόχως διαφωτιστικό παράδειγμα είναι η παρακάτω στιχομυθία, που προέρχεται από τον Μένωνα του Πλάτωνος: Σωκράτης: Έλλην μέν εστι και ελληνίζει; (Είναι Έλληνας και μιλά ελληνικά;) Μένων: Πάνυ γε σφόδρα, οικογενής γε.
(Βεβαιότατα, αφού είναι του σπιτιού μου.) Μιλώντας για έναν από τους δούλους του (παις ή ακόλουθος στο πρωτότυπο) και αποκρινόμενος στην ερώτηση του Σωκράτη για την καταγωγή του και τη γλώσσα που μιλά, ο νεαρός αριστοκράτης Μένων, θέλοντας να δώσει έμφαση στην καταφα...
Πηγή/Περισσότερα: in.gr



















