Ένα ξÏλινο άγαλμα ανδÏικής μοÏφής βÏÎθηκε στις ανασκαφÎÏ‚ που γίνονται στην επÎκταση της γÏαμμής 3 του ΜετÏÏŒ, στην πλατεία Αγίου Κωνσταντίνου του ΠειÏαιά.
ΕιδικότεÏα, σÏμφωνα με την ανακοίνωση του υπουÏγείου ΠολιτισμοÏ, ολοκληÏώνεται η αÏχαιολογική διεÏεÏνηση των αÏχαίων φÏεάτων που εντοπίστηκαν στον υπό κατασκευή Σταθμό «Δημοτικό ΘÎατÏο», επί της Πλατείας Αγίου Κωνσταντίνου.
Σε Îνα από αυτά, σε βάθος -14,17 μÎÏ„Ïων, «αποκαλÏφθηκε και συλλÎχθηκε ξÏλινο πεÏίοπτο γλυπτό ÏŒÏθιας ενδεδυμÎνης ανδÏικής μοÏφής».
Το άγαλμα εντοπίστηκε σε επαφή με το τοίχωμα του φÏÎατος Ï€Ïος τα βόÏεια. Στο σημείο εντοπίστηκαν και τμήματα αγγείων που χÏονολογοÏνται στο Ï„Îλος της ελληνιστικής πεÏιόδου (100-86 Ï€.Χ.), μαζί με άλλα οικιστικά κατάλοιπα (κεÏάμους, μεταλλικά αντικείμενα και άλλα τεμάχια ξÏλων μικÏών διαστάσεων). Στο ίδιο πεÏίπου υψόμετÏο με το ξÏλινο γλυπτό εντοπίστηκε επίσης θÏαÏσμα μαÏμάÏινου Î³Î»Ï…Ï€Ï„Î¿Ï Î³Ï…Î½Î±Î¹ÎºÎµÎ¯Î±Ï‚ μοÏφής (πιθανόν ΑÏÏ„Îμιδος) καθήμενης στη Ïάχη ελαφιοÏ.
Το ξÏλινο γλυπτό είναι ελλιπÎÏ‚ αναφοÏικά με την κεφαλή και τα άνω και κάτω άκÏα. Έχει μÎγιστο σωζόμενου Ïψος 0,47μ και πλάτος 0,21μ.. Η μοÏφή παÏιστάνεται ÏŒÏθια σε ελαφÏά κίνηση βηματισμοÏ, όπως διακÏίνεται από την αντίθετη κίνηση των δÏο σκελών: το δεξί λυγίζει Ï€Ïος τα εμπÏός, ενώ το αÏιστεÏÏŒ σε μεγαλÏτεÏη Îκταση Ï€Ïος τα πίσω. ΦοÏά κοντό χιτώνα και Îχει λυγισμÎνους τους αγκώνες στο Ïψος της μÎσης με τους βÏαχίονες σε Îκταση Ï€Ïος τα εμπÏός.
Το γλυπτό μεταφÎÏθηκε αμÎσως στο εÏγαστήÏιο συντήÏησης της ΚΣΤ΄ ΕΠΚΑ σÏμφωνα με τους ισχÏοντες κανόνες ασφαλοÏÏ‚ μεταφοÏάς αÏχαιοτήτων.
ΕιδικότεÏα, σÏμφωνα με την ανακοίνωση του υπουÏγείου ΠολιτισμοÏ, ολοκληÏώνεται η αÏχαιολογική διεÏεÏνηση των αÏχαίων φÏεάτων που εντοπίστηκαν στον υπό κατασκευή Σταθμό «Δημοτικό ΘÎατÏο», επί της Πλατείας Αγίου Κωνσταντίνου.
Σε Îνα από αυτά, σε βάθος -14,17 μÎÏ„Ïων, «αποκαλÏφθηκε και συλλÎχθηκε ξÏλινο πεÏίοπτο γλυπτό ÏŒÏθιας ενδεδυμÎνης ανδÏικής μοÏφής».
Το άγαλμα εντοπίστηκε σε επαφή με το τοίχωμα του φÏÎατος Ï€Ïος τα βόÏεια. Στο σημείο εντοπίστηκαν και τμήματα αγγείων που χÏονολογοÏνται στο Ï„Îλος της ελληνιστικής πεÏιόδου (100-86 Ï€.Χ.), μαζί με άλλα οικιστικά κατάλοιπα (κεÏάμους, μεταλλικά αντικείμενα και άλλα τεμάχια ξÏλων μικÏών διαστάσεων). Στο ίδιο πεÏίπου υψόμετÏο με το ξÏλινο γλυπτό εντοπίστηκε επίσης θÏαÏσμα μαÏμάÏινου Î³Î»Ï…Ï€Ï„Î¿Ï Î³Ï…Î½Î±Î¹ÎºÎµÎ¯Î±Ï‚ μοÏφής (πιθανόν ΑÏÏ„Îμιδος) καθήμενης στη Ïάχη ελαφιοÏ.
Το ξÏλινο γλυπτό είναι ελλιπÎÏ‚ αναφοÏικά με την κεφαλή και τα άνω και κάτω άκÏα. Έχει μÎγιστο σωζόμενου Ïψος 0,47μ και πλάτος 0,21μ.. Η μοÏφή παÏιστάνεται ÏŒÏθια σε ελαφÏά κίνηση βηματισμοÏ, όπως διακÏίνεται από την αντίθετη κίνηση των δÏο σκελών: το δεξί λυγίζει Ï€Ïος τα εμπÏός, ενώ το αÏιστεÏÏŒ σε μεγαλÏτεÏη Îκταση Ï€Ïος τα πίσω. ΦοÏά κοντό χιτώνα και Îχει λυγισμÎνους τους αγκώνες στο Ïψος της μÎσης με τους βÏαχίονες σε Îκταση Ï€Ïος τα εμπÏός.
Το γλυπτό μεταφÎÏθηκε αμÎσως στο εÏγαστήÏιο συντήÏησης της ΚΣΤ΄ ΕΠΚΑ σÏμφωνα με τους ισχÏοντες κανόνες ασφαλοÏÏ‚ μεταφοÏάς αÏχαιοτήτων.


































