Το αμετάβατο ρήμα ενσκήπτω, που απαντά και στην αρχαία ελληνική γλώσσα (εκεί και ως μεταβατικό ρήμα, με την έννοια τού εκτοξεύω ή εκσφενδονίζω ή εξακοντίζω κάτι εναντίον κάποιου), είναι σύνθετο, με πρώτο συνθετικό την πρόθεση εν και δεύτερο συνθετικό το ρήμα σκήπτω (ορμώ, επιπίπτω).
Χρησιμοποιείται όταν κάνουμε λόγο για δυσμενή φαινόμενα και έχει την ακόλουθη έννοια: εκδηλώνομαι αιφνιδίως - βιαίως και πέφτω με ορμή σαν κεραυνός (σκηπτός στην αρχαία ελληνική είναι ο κεραυνός, αλλά και ο θυελλώδης άνεμος), πλήττω με δριμύτατοτητα, εφορμώ ή επελαύνω ακάθεκτος.
Ιδού τα σχετικά παραδείγματα: «Δριμύ ψύχος ενέσκηψε τα τελευταία εικοσιτετράωρα στη Γαλλία», «Όπως προκύπτει από έκτακτο δελτίο επικίνδυνων καιρικών φαινομένων που εξέδωσε η Εθνική Μετεωρολογική Υπηρεσία, δριμύτατη θύελλα θα ενσκήψει τις αμέσως επόμενες ώρες στα νησιά του Βορείου Αιγαίου», «Άγριος χειμώνας ενέσκηψε στα ορεινά της Μακεδονίας», «Έντονη ανησυχία στον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας έχει προκαλέσει η επιδημία του ιού Έμπολα που ενέσκηψε στη Δυτική Αφρική».
Συνώνυμο τού ενσκήπτω είναι το επιπίπτω: «Ο καταστροφικός λοιμός που επέπεσε στην Αθήνα το 429 π.Χ. προκάλεσε, μεταξύ άλλων, το θάνατο του Περικλή».
Μεταξύ του ενσκήπτω και του (κατά το μάλλον ή ήττον ομόηχου) εγκύπτω υπάρχουν όντως κάποιες αναλογίες. Το ρήμα εγκύπτω είναι επίσης αμετάβατο και σύνθετο (με πρώτο συνθετικό την πρόθεση εν και δεύτερο συνθετικό το ρήμα κύπτω, δηλαδή σκύβω, κλίνω προς τα εμπρός), ενώ απαντά και αυτό στην αρχαία ελληνική γλώσσα (με τη σημασία τού σκύβω σε κάτι ή πάνω σε κάτι, βλέπω μέσα σε κάτι, εισχωρώ σε κάτι).
Όμως, οι δύο αυτές λέξεις, το ενσκήπτω και το εγκύπτω, δεν έχουν, πέραν της σχετικής ομοηχίας τους, καμία ετυμολογική ή σημασιολογική συγγένεια. Για το λόγο αυτό,, δεν πρέπει να τις συγχέουμε, όπως δυστυχώς συμβαίνει συχνά.
Το εγκύπτω έχει στη νέα ελληνική γλώσσα τις ακόλουθες σημασίες: εξετάζω με προσοχή, επικεντρώνω το ενδιαφέρον μου, ...