Δύο λόγια αποθετικά ρήματα (δηλαδή, ρήματα που δεν έχουν ενεργητικό τύπο σε -ω, αλλά σχηματίζουν μόνο μεσοπαθητικούς τύπους σε -ομαι) που κατά κανόνα κακοπαθαίνουν απ’ όσους επιχειρούν να τα μεταχειριστούν είναι το αντεπεξέρχομαι και το προοιωνίζομαι.
Τούτου δοθέντος, ας επιχειρήσουμε άλλη μια φορά να διορθώσουμε τα κακώς κείμενα, προσεγγίζοντας τις λέξεις αυτές από ετυμολογικής και σημασιολογικής απόψεως.
Το αντεπεξέρχομαι, ρήμα της αρχαίας ελληνικής γλώσσας (όπου απαντά και ως αντεπέξειμι), παράγεται από τη σύνθεση τριών προθέσεων (αντί + επί + εξ) και του ρήματος έρχομαι (είμι). Η σημασία του στην αρχαία ελληνική ήταν αυτή τού εξέρχομαι για να αντιμετωπίσω επιτιθέμενο ή επερχόμενο εχθρό, αντεπιτίθεμαι, καταδιώκω αντεπιτιθέμενος.
Με την πάροδο του χρόνου επήλθε μεταβολή της σημασίας του εν λόγω ρήματος, που στη νέα ελληνική γλώσσα έχει την έννοια τού αντιμετωπίζω επιτυχώς, ανταποκρίνομαι (σε ανάγκες, δυσκολίες ή υποχρεώσεις), αποδεικνύομαι επαρκής (για κάτι), τα καταφέρνω, τα βγάζω πέρα, τα βολεύω, τα φέρνω βόλτα: «Παρά το γεγονός ότι δεν ήταν ένας πεπειραμένος πολιτικός, αντεπβγήκε στις απαιτήσεις του αξιώματός του», «Οι αλλεπάλληλες μισθολογικές μειώσεις των τελευταίων χρόνων δεν του επιτρέπουν να αντεπεξέρχεται στις ανάγκες του», «Είμαι βέβαιος ότι με σκληρή δουλειά και ομαδική προσπάθεια θα καταφέρετε να αντεπεξέλθετε στις αυξημένες υποχρεώσεις σας».
Όπως γίνεται αντιληπτό από τα ανωτέρω, ο τύπος του ρήματος με -α- (ανταπεξέρχομαι), που πολλές φορές διαβάζουμε και ακούμε, επ’ ουδενί ευσταθεί (το δεύτερο συνθετικό του ρήματος δεν είναι η πρόθεση από, αλλά η πρόθεση επί).
Είναι αυτονόητο ότι ελληνικούρες όπως «αντεπεξέρχεται των δυσκολιών» και «αντεπβγήκε των υποχρεώσεων», που ξεφυτρώνουν αραιά και πού, απορρίπτονται ασυζητητί. Το ρήμα ακολουθείται πάντοτε στη νέα ελληνική από την πρόθεση σε (αντεπεξέρχομαι + σε).
Το προοιωνίζομαι πάλι δεν είναι άλλο από το ρήμα της αρχαίας...