Δύο ομόηχες λέξεις που διαφέρουν μεν από σημασιολογικής απόψεως, αλλά πολύ συχνά συγχέονται τόσο γραμματικώς (αναφορικά με το γένος τους) όσο και ορθογραφικώς, είναι η σορός και ο σωρός. Τα δύο ουσιαστικά απαντούν, ίδια κι απαράλλακτα, και στην αρχαία ελληνική γλώσσα, κι εκεί όμως με εντελώς διαφορετικό σημασιολογικό περιεχόμενο.
Η λέξη σορός, θηλυκού γένους, είχε στην αρχαία ελληνική γλώσσα διττή σημασία: δήλωνε αφενός μεν την τεφροδόχο κάλπη, δηλαδή το αγγείο που είχε εντός και διέσωζε την τέφρα του νεκρού, αφετέρου δε τη σαρκοφάγο, το φερέτρο, τη νεκροθήκη ή κάσα.
Στη νέα ελληνική γλώσσα η λέξη σορός εξακολουθεί να δηλώνει το φέρετρο όπου έχει τοποθετηθεί το σώμα του νεκρού, αλλά και, κατά κύριο λόγο, τον ίδιον τον νεκρό, το σώμα του νεκρού που είναι εντός του φερέτρου: «Η σορός του διαπρεπούς πολιτικού θα εκτεθεί σε δημόσιο προσκύνημα», «Πλήθος κόσμου έχει ήδη συγκεντρωθεί στο μητροπολιτικό ναό, όπου η σορός του μεγάλου μουσικού εκτίθεται σε λαϊκό προσκύνημα», «Οι σοροί των αδικοχαμένων πυροσβεστών μεταφέρθηκαν στο πλησιέστερο νοσοκομείο».
Από την άλλη μεριά, η λέξη σωρός, αρσενικού γένους, είχε στην αρχαία ελληνική γλώσσα τις ακόλουθες έννοιες: πλήθος πραγμάτων, μεγάλος αριθμός, μεγάλη ποσότητα, αποθηκευμένο πράγμα, αποθήκη, σωρός σιταριού, σωρός χώματος, λόφος, γήλοφος, ύψωμα γης.
Στη νέα ελληνική γλώσσα η λέξη σωρός, συνώνυμο του ουσιαστικού στοίβα, δηλώνει ένα σύνολο πραγμάτων ή αντικειμένων που έχουμε μεν στοιβάξει (τοποθετήσει το ένα πάνω στο άλλο), αλλά δεν έχουμε τακτοποιήσει δεόντως, δεν έχουμε βάλει σε τάξη: σωρός από βιβλία, εφημερίδες, περιοδικά, ρούχα, ξύλα, άπλυτα πιάτα κ.λπ.
Όταν κάνουμε χρήση της φράσης ένα σωρό (πρόσωπα ή πράγματα), εννοούμε μια μεγάλη ποσότητα ή ένα μεγάλο αριθμό (πλήθος προσώπων ή πραγμάτων), χρησιμοποιούμε δηλαδή τη λέξη σωρός ως συνώνυμο τού ουσιαστικού σωρεία: «Έχει ένα σωρό φίλους και στην Αθήνα και στην επαρχία», «Πρέπει να παραδεχθούμε ότι έχουμ...