Στον κατάλογο των ρημάτων της νέας ελληνικής γλώσσας που κακοπαθαίνουν κατά κόρον, το άγω και τα πολυάριθμα σύνθετα με το άγω διεκδικούν τα πρωτεία.
Το αρχαιοπρεπές αυτό ρήμα, που σημαίνει οδηγώ, κατευθύνω, διοικώ ή μεταφέρω, απαντά στη νέα ελληνική γλώσσα μόνον ως συνώνυμο τού διανύω, με σκοπό να δηλωθεί η ηλικία («Η μητέρα μου άγει το εβδομηκοστό πέμπτο έτος της ηλικίας της»), καθώς και σε ελάχιστες τυποποιημένες λόγιες φράσεις: «Το φίλο σου τον άγει και τον φέρει η σύζυγός του, αυτό είναι ηλίου φαεινότερον», «Στη συντριπτική πλειονότητά τους, οι βουλευτές άγονται και φέρονται από τους αρχηγούς των κομμάτων τους», «Στο εξηκοστό τρίτο λεπτό του αγώνα ο καλύτερος παίκτης της ομάδας μας έλαβε την άγουσαν προς τα αποδυτήρια».
Εξάλλου, το μέσο άγομαι απαντά στη νέα ελληνική γλώσσα με τη σημασία τού οδηγούμαι αναγκαστικά, με το ζόρι, χωρίς τη θέλησή μου: «Έχω την αίσθηση ότι τις δύο τελευταίες εβδομάδες η ελληνική κυβέρνηση άγεται σε διαπραγματεύσεις και, κατά συνέπεια, σε συμβιβασμό».
Όπως γίνεται αντιληπτό από τα ανωτέρω, η χρήση τού άγω (όπως και του μέσου άγομαι) είναι εξαιρετικά περιορισμένη στη νέα ελληνική γλώσσα. Όμως, το υπό εξέταση ρήμα μάς έχει κληροδοτήσει πληθώρα σύνθετων ρημάτων, στα οποία το πρώτο συνθετικό είναι προθέσεις (τα λεγόμενα προρρηματικά) και το δεύτερο συνθετικό είναι το άγω: ανάγω, απάγω, διάγω, εισάγω, ενάγω, εξάγω, επάγεται (τριτοπρόσωπο), κατάγω, μετάγω, παράγω, περιάγω, προάγω, προσάγω, συνάγω, υπάγω (με μία πρόθεση), αναπαράγω, διεξάγω, παρεισάγω, περισυνάγω (με δύο προθέσεις).
Τα προαναφερθέντα ρήματα σχηματίζουν κανονικά τους μεν εξακολουθητικούς χρόνους από το θέμα αγ- (του ενεστώτα), τους δε στιγμιαίους χρόνους από το θέμα αγαγ- (του αορίστου). Δυστυχώς, τα δύο αυτά θέματα (του ενεστώτα και του αορίστου) μάς προβληματίζουν σε μεγάλο βαθμό και προκαλούν σύγχυση, προπάντων όταν επιχειρούμε να χρησιμοποιήσουμε τύπους των σύνθετων ρημάτων μαζί με το θα ή το να (μέλλοντες, υποτακτική ενεστώτα, υποτακ...