Γλωσσικές απορίες: Διαφεύγω την προσοχή ή διαφεύγω της προσοχής; Ημερομηνία:
4/1/2018, 15:21 - Εμφανίσεις: 38
Μια από τις αμέτρητες λέξεις της αρχαίας ελληνικής γλώσσας που διατηρούνται αναλλοίωτες στη νέα ελληνική γλώσσα είναι το ρήμα διαφεύγω. Ο λόγος που μας ώθησε στη σύνταξη του παρόντος άρθρου είναι ο λανθασμένος κατά κανόνα τρόπος με τον οποίο συντάσσεται το διαφεύγω όταν δέχεται ως συμπλήρωμα το ουσιαστικό προσοχή, ώστε να δηλωθεί κάτι που δε γίνεται αντιληπτό, περνά απαρατήρητο ή παραμένει άγνωστο: «Δυστυχώς, το λυπηρό αυτό γεγονός διέφυγε της προσοχής μου».
Όμως, πριν επιχειρήσουμε να διορθώσουμε το συνηθέστατο αυτό συντακτικό λάθος, επιβάλλεται να κάνουμε μια σύντομη αναφορά στο σημασιολογικό περιεχόμενο του ρήματος διαφεύγω.
Κατ’ αρχάς, το διαφεύγω έχει την πρωταρχική έννοια τού ξεφεύγω ή απομακρύνομαι λάθρα (χωρίς να γίνομαι αντιληπτός) από κάποιον ή κάτι: «Όπως προκύπτει από το πόρισμα των διωκτικών αρχών, οι αδίστακτοι εγκληματίες κατάφεραν να διαφύγουν στο εξωτερικό πριν από δύο εβδομάδες».
Επιπλέον, απαντά ως τριτοπρόσωπο ρήμα, αφενός μεν ως συνώνυμο τού διαρρέω για υγρά ή αέρια («Διέφυγαν τοξικά αέρια», «Διέφυγε υγραέριο»), αφετέρου δε μαζί με τη γενική της προσωπικής αντωνυμίας, ώστε να δηλωθεί κάτι που δε θυμόμαστε, κάτι που δεν έχουμε αντιληφθεί ή δεν έχουμε καταλάβει ξεκάθαρα τη σημασία του: «Αυτήν τη στιγμή μού διαφεύγει το επώνυμό του», «Είμαι της γνώμης ότι σας διαφεύγει μια παράμετρος καθοριστικής σημασίας».
Ως μεταβατικό ρήμα που δέχεται πάντοτε συμπλήρωμα σε αιτιατική, το διαφεύγω έχει την έννοια τού κατορθώνω να αποφύγω κάτι αρνητικό, μια δυσμενή εξέλιξη ή μια ανεπιθύμητη κατάσταση: διαφεύγω τον κίνδυνο, τη σύγκρουση, τη σύλληψη, την τιμωρία, το θάνατο, τις συνέπειες, τις κυρώσεις.
Έχοντας πλέον κατά νουν ότι το διαφεύγω συντάσσεται με αιτιατική και σε καμία περίπτωση με γενική, θα προχωρήσουμε τώρα στη διόρθωση του σφάλματος όπου υποπίπτουν πολλοί εξ όσων χρησιμοποιούν το ουσιαστικό προσοχή ως συ...