Είναι παγκοίνως γνωστό ότι, όταν θÎλουμε να δηλώσουμε πως κάποιος στεÏείται είτε καθαÏιότητας και υγιεινής, με αποτÎλεσμα να αποπνÎει δυσάÏεστη οσμή (κυÏιολεκτική Îννοια), είτε εντιμότητας και ευπÏÎπειας, με αποτÎλεσμα να είναι κατακÏιτÎος από ηθικής απόψεως (μεταφοÏική Îννοια), κάνουμε χÏήση του επιθÎτου
βÏόμικος, -η, -ο
(Ï€.χ., βÏόμικο σπίτι, βÏόμικα ÏοÏχα, βÏόμικοι δÏόμοι, βÏόμικη ατμόσφαιÏα, βÏόμικος πόλεμος, βÏόμικο χÏήμα, βÏόμικο παιχνίδι, βÏόμικος άνθÏωπος).
Αυτό που δεν είναι γνωστό μετά σιγουÏιάς, τουλάχιστον σε όσους δεν Îχουν εντÏυφήσει στον κόσμο της ελληνικής γλώσσας, είναι το πώς Ï€ÏÎπει να γÏάφουμε το εν λόγω επίθετο, δεδομÎνου ότι στα διάφοÏα κείμενα που υποπίπτουν καθημεÏινά στην αντίληψή μας απαντοÏν δÏο γÏαφÎÏ‚:
βÏόμικος
και
βÏώμικος
.
ΤεκμηÏιωμÎνη απάντηση στην εÏώτηση που τίθεται θα δοθεί, όπως πάντοτε, με τη βοήθεια της απαÏαίτητης ετυμολογικής ÎÏευνας και μελÎτης.
Το υπό εξÎταση επίθετο (όπως και τα ουσιαστικά
βÏόμα
και
βÏομιά
, τα επίθετα
βÏομεÏός
και
βÏομιάÏης
) Ï€ÏÎπει να γÏάφεται με
-ο-
(
βÏόμικος
) και όχι με
-ω-
(
βÏώμικος
), καθώς είναι παÏάγωγο του Ïήματος της αÏχαίας ελληνικής γλώσσας
βÏομώ
(βÏομÎω), το οποίο, με τη σειÏά του, παÏάγεται από το ουσιαστικό
βÏόμος
(αÏÏƒÎµÎ½Î¹ÎºÎ¿Ï Î³Îνους) και το Ïήμα
βÏÎμω
.
Οι Ï„Ïεις αυτÎÏ‚ λÎξεις της αÏχαίας ελληνικής, ομόÏÏιζα των λÎξεων βÏοντή και βÏοντώ (βÏοντάω), δήλωναν ισχυÏÏŒ θόÏυβο, Îντονο κÏότο, πάταγο ή ταÏαχή. ΕιδικότεÏα το βÏÎμω, από το οποίο παÏήχθησαν όλες οι Ï€ÏοαναφεÏθείσες λÎξεις, σήμαινε βÏυχώμαι, ωÏÏομαι, κÏαυγάζω, κάνω κÏότο ή πάταγο.
Î ÏŽÏ‚ θα μποÏοÏσε να εξηγηθεί, όμως, η γÏαφή
βÏωμ-
(αντί της οÏθής
βÏομ-
), που κάθε άλλο παÏά σπάνια είναι σε κάθε λογής κείμενα;
Όπως Ï€ÏοκÏπτει από την επικÏατÎστεÏη εκδοχή, το
-ω-
εμφανί...
Πηγή/ΠεÏισσότεÏα: in.gr