Ο διθÏÏαμβος
Ηίθεοι
χαÏακτηÏίζεται από την πλοÏσια χÏήση του
απευθείας λόγου
στις διηγήσεις, αλλά ο διθÏÏαμβος
ΘησεÏÏ‚
αποτελεί πλÎον
διάλογο
. Το Îνα Ï€Ïόσωπο του διαλόγου είναι ο ΑιγÎας, ο βασιλιάς της Αθήνας, που Îχει πληÏοφοÏηθεί Ï€Ïιν από λίγο ότι Ï€Ïοσεγγίζει την πόλη του Îνας νεαÏός ήÏωας, ήδη γνωστός για τα μεγάλα κατοÏθώματά του στον Ισθμό. Ακόμη δεν ξÎÏει ότι ο νÎος αυτός είναι ο γιος του, ο ΘησÎας. Δε γνωÏίζουμε ποιος είναι ο δεÏτεÏος συνομιλητής, που με τις εÏωτήσεις του δίνει την ευκαιÏία στο βασιλιά να διηγηθεί τα κατοÏθώματα και να κάνει μια ωÏαία πεÏιγÏαφή του νÎου που ÎÏχεται. Το πιθανότεÏο είναι να Ï€Ïόκειται για Îνα χοÏÏŒ αθηναίων πολιτών.
ΣÏμφωνα με τον ΑÏιστοτÎλη, σε αυτό το ποιητικό δημιοÏÏγημα του
Βακχυλίδη
, σε αυτό το παιχνίδι των εÏωτήσεων και των απαντήσεων, Ï€ÏÎπει να αναγνωÏίσουμε εκείνον το διθÏÏαμβο από τον οποίον ξεκίνησε η Ï„Ïαγωδία.
Αξιοσημείωτη είναι και μια
συμποτική ωδή – εγκώμιο
του Βακχυλίδη για το βασιλιά των Μακεδόνων
ΑλÎξανδÏο Α’
, όπου η φαντασία του ποιητή οδηγεί σε μια Ï€Ïαγματικά Îξοχη πεÏιγÏαφή του συμποσίου.
Συγκεφαλαιώνοντας, θα λÎγαμε ότι ο Βακχυλίδης δεν κατάφεÏε να αγγίξει το μεγαλείο του ΠινδάÏου, της μεγάλης αυτής ποιητικής φυσιογνωμίας. Όμως, η
ζωηÏή αφήγηση
, η
Ï„ÏυφεÏή κομψότητα
των λÎξεων, η
ανθÏώπινη Ï€ÏοσÎγγιση
των θεών και των ηÏώων, κÏÏια γνωÏίσματα του Ï€Î¿Î¹Î·Ï„Î¹ÎºÎ¿Ï ÎÏγου του, είναι στοιχεία που δεν επιτÏÎπεται σε καμία πεÏίπτωση να υποτιμηθοÏν.
Σε ÏŒ,τι αφοÏά τη
γλώσσα
του Βακχυλίδη, που είναι ευκολότεÏη από εκείνη του ΠινδάÏου, ελλείπουν σε γενικÎÏ‚ γÏαμμÎÏ‚ οι ιωνισμοί, ενώ αφθονοÏν τα
κοσμητικά επίθετα
— οÏισμÎνα από αυτά Ï€ÏοÎÏχονται από τον ΌμηÏο, άλλα πάλι Îχουν σχηματιστεί από τον ίδιον τον κείο ποιητή και απαντοÏν μόνο στη δική του ποίηση.
Βακχυλίδης, το αηδόνι της ΚÎας (ΜÎÏος ...
Πηγή/ΠεÏισσότεÏα: in.gr