Ο
Ξενοφάνης
διατÏπωνε τις σκÎψεις και τα συναισθήματά του σε
ελεγειακή μοÏφή
, αλλά στους
Σίλλους
(σατιÏικά, σκωπτικά ποιήματα) του, που πεÏιείχαν δÏιμÏτατες επιθÎσεις εναντίον ξεπεÏασμÎνων και ψεÏτικων αξιών, δημιοÏÏγησε ιδιότυπα εξάμετÏα ποιήματα διανθισμÎνα με ιάμβους.
Μολονότι ο ΔιογÎνης ο ΛαÎÏτιος παÏαδίδει ότι ο Ξενοφάνης απήγγελλε και ο ίδιος τα ποιήματά του, δεν είμαστε σε θÎση να τον θεωÏήσουμε γι’ αυτό Îναν πεÏιπλανώμενο Ïαψωδό και να σχηματίσουμε μια καθαÏή εικόνα για την κοινωνική θÎση του. Εν τω μεταξÏ, σε μια ωÏαία ελεγεία του, δηλωτική ως Îνα βαθμό της Ï€Ïοσωπικότητάς του, ο ποιητής αναφÎÏεται στη λαμπÏότητα ενός καλώς οÏγανωμÎνου συμποσίου, με κυÏίαÏχα στοιχεία την εοÏταστική ατμόσφαιÏα, τα όμοÏφα λόγια και την οινοποσία με μÎÏ„Ïο.
Η νηφάλια και καθαÏή γλώσσα των σωζόμενων στίχων του Ξενοφάνη δε φανεÏώνει Îνα μεγάλο ποιητή. Η πλατιά επίδÏαση που άσκησε ο άνθÏωπος αυτός Ï€ÏÎπει να αναζητηθεί στο
βάθος
και τη
δÏναμη
της
θεολογικής σκÎψης
του.
Κατά τον Ξενοφάνη, οι ομηÏικοί θεοί, οι κλÎφτες και πόÏνοι θεοί του Îπους, είναι κατασκευάσματα των ανθÏώπων. Τα βόδια και τα λιοντάÏια, αν είχαν χÎÏια, θα Îπλαθαν θεοÏÏ‚ καθ’ ομοίωσίν τους, κατά τον ίδιον Ï„Ïόπο που οι μεν Αιθίοπες παÏιστάνουν τους θεοÏÏ‚ τους μελαψοÏÏ‚ και με πλακουτσωτή μÏτη, οι δε ΘÏακιώτες γαλανομάτηδες και πυÏÏόξανθους.
Σε μια καινοφανή για τον Ï€Ïώιμο ελληνισμό σÏλληψη, ο Ξενοφάνης αποÏÏίπτει τη φενάκη της λαϊκής θÏησκείας πεÏί ανθÏωπομοÏφισμοÏ, εγκαταλείπει δηλαδή κάθε
ανθÏωπόμοÏφη παÏάσταση
του θεοÏ, και βάζει στη θÎση της Îνα
ανώτατο
,
Ïψιστο ον
, που επενεÏγεί Îξωθεν στον κόσμο.
Στην Ï€Ïαγματικότητα υπάÏχει
Îνας και μόνος θεός
, ο πιο μεγάλος, που βλÎπει και ακοÏει τα πάντα. ΧωÏίς Ï€Ïοσπάθεια, ο θεός αυτός τα Ï„Ïαντάζει όλα με τη
δÏναμη του πνεÏματος
, στηÏιγμÎνος στον εαυτό του,
ακίνητος
...
Πηγή/ΠεÏισσότεÏα: in.gr