Ένα ζευγάÏι λÎξεων που απαιτεί ιδιαίτεÏη Ï€Ïοσοχή από όσους ομιλοÏν και γÏάφουν τη νÎα ελληνική γλώσσα είναι αυτό που συντίθεται από τα Ïήματα
συνάγεται
και
συνεπάγεται
. ΑÏκετοί είναι εκείνοι που παÏασÏÏονται από τη συγγενική πηγή των δÏο αυτών σÏνθετων Ïημάτων (συν + άγεται, συν + επί + άγεται), αντιλαμβάνονται ασαφώς τη Î¼ÎµÏ„Î±Î¾Ï Ï„Î¿Ï…Ï‚ διάκÏιση και Ï€Îφτουν στην παγίδα της λανθασμÎνης χÏήσης τους.
Στις γÏαμμÎÏ‚ που ακολουθοÏν θα αποσαφηνίσουμε το σημασιολογικό πεÏιεχόμενο των δÏο αυτών Ïημάτων, ενώ θα παÏαθÎσουμε, όπως πάντοτε, παÏαδείγματα οÏθής χÏήσης τους.
Κατ’ αÏχάς, το λόγιο μεταβατικό Ïήμα
συνάγω
Îχει την Îννοια Ï„Î¿Ï ÏƒÏ…Î¼Ï€ÎµÏαίνω, οδηγοÏμαι σε μια διαπίστωση συνδυάζοντας κάποια δεδομÎνα:
«Îομίζω ότι ο καθÎνας μας θα μποÏοÏσε να δει τι συμβαίνει και να συναγάγει τα συμπεÏάσματά του», «Από όλα όσα ακοÏστηκαν συνάγω ότι η επίλυση του Ï€Ïοβλήματος είναι εξαιÏετικά δυσχεÏής, αν όχι ανÎφικτη».
Στην
αÏχαία ελληνική γλώσσα
το συνάγω σήμαινε, Î¼ÎµÏ„Î±Î¾Ï Î¬Î»Î»Ï‰Î½, συναθÏοίζω, συγκαλώ, ενώνω, συνάπτω, συμφιλιώνω, αλλά και συμπεÏαίνω, όπως και σήμεÏα.
Το
απÏόσωπο Ïήμα συνάγεται
(Ï€Ïόθεση συν + Ïήμα άγομαι στο γ’ ενικό Ï€Ïόσωπο) είναι ασφαλώς
αμετάβατο
(δηλαδή, άνευ αντικειμÎνου) και σημαίνει εξάγεται, τεκμαίÏεται, βγαίνει ως συμπÎÏασμα, διαφαίνεται ως συμπÎÏασμα:
«Από την όλη στάση σου συνάγεται ότι δεν Ï„ÏÎφεις καλά αισθήματα για εκείνον», «Από τα στοιχεία που Ï€Ïοσκομίστηκαν στην εισαγγελία συνάγεται ότι δεν Îχει τελεστεί κάποια αξιόποινη Ï€Ïάξη», «Από τις δηλώσεις του συνάγεται ότι δεν Îχει την Ï€Ïόθεση να παÏαιτηθεί».
Από την άλλη πλευÏά, το
αποθετικό Ïήμα συνεπάγομαι
είναι
μεταβατικό
(ως εκ τοÏτου, Îνα αντικείμενο αποτελεί αναγκαίο συμπλήÏωμα της Îννοιάς του), απαντά δε μόνον ως
Ï„ÏιτοπÏόσωπο
(δηλαδή, στο γ’ ενικό Ï€Ïόσωπο) και μόνο στον
ενεστώτα
και τον
παÏατατικό
.
Πηγή/ΠεÏισσότεÏα: in.gr