Συγχέω, συγχύζω και συγχίζω Ημερομηνία:
16/10/2018, 08:49 - Εμφανίσεις: 48
Λίγοι είναι κατά πάσαν πιθανότητα εκείνοι που έχουν καταφέρει να ξεκαθαρίσουν στο νου τους ποιες λέξεις πρέπει να χρησιμοποιούν κάθε φορά που επιχειρούν να δηλώσουν είτε το μπέρδεμα, την έλλειψη σαφήνειας, είτε την ψυχική αναστάτωση, την ταραχή:
συγχέω
,
συγχύζω
ή
συγχίζω
, αλλά και
σύγχυση
ή
σύγχιση
;
Τα ρήματα και τα ουσιαστικά που προαναφέρθηκαν αφενός μεν συμπεριλαμβάνονται σε λεξικά της νέας ελληνικής γλώσσας, αφετέρου δε απαντούν σε κάθε λογής κείμενα, χωρίς όμως να επικρατεί απόλυτη ομοφωνία αναφορικά με την ετυμολογία και το σημασιολογικό περιεχόμενό τους.
Η επιστροφή στις ρίζες της γλώσσας μας, στην αρχαία ελληνική γλώσσα, θα μας επιτρέψει να βάλουμε τα πράγματα σε μια σειρά και να αρχίσουμε να ξεδιαλύνουμε την περίπλοκη αυτήν υπόθεση.
Το ρήμα
συγχέω
είχε στην αρχαία ελληνική γλώσσα την έννοια τού αναμειγνύω, ανακατώνω, αναταράσσω, ενοχλώ, ματαιώνω, εξουδετερώνω, παραβαίνω, παραβιάζω, καταπατώ.
Παράγωγο του ρήματος αυτού ήταν το ουσιαστικό
σύγχυσις
(-εως), που δήλωνε την ανάμειξη, το ανακάτεμα, την αναταραχή, την καταστροφή, την παράβαση, την καταπάτηση, την αθέτηση.
Τόσο το ρήμα συγχέω όσο και το ουσιαστικό σύγχυση επιβιώνουν ίδια κι απαράλλακτα στη νέα ελληνική γλώσσα.
Το ρήμα
συγχέω
σημαίνει μπερδεύω, αντιλαμβάνομαι ασαφώς, αδυνατώ να συλλάβω τη διάκριση μεταξύ δύο ή περισσοτέρων προσώπων, πραγμάτων, εννοιών, καταστάσεων κ.λπ.
Π.χ.: συγχέω ημερομηνίες, συγχέω παραπλήσιες έννοιες, συγχέω τις φαντασιώσεις με την πραγματικότητα, συγχέω δύο ομόρριζες λέξεις.
Συχνή είναι η χρήση της μετοχής παθητικού παρακειμένου
συγκεχυμένος, -η, -ο
, με σκοπό να δηλωθεί κάτι ασαφές, μπερδεμένο, ακαθόριστο: συγκεχυμένη εικόνα, συγκεχυμένος ρόλος, συγκεχυμένο μήνυμα, συγκεχυμένες πληροφορίες, συγκεχυμένες αναμνήσεις, συγκεχυμένο τοπίο κ.ά.