Το ρήμα εκπίπτω: Μορφές, σύνταξη και σημασία Ημερομηνία:
31/10/2018, 11:35 - Εμφανίσεις: 32
Λέξη της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, το
εκπίπτω
επιβιώνει και στη νέα ελληνική γλώσσα, χωρίς όμως να υπάρχει πλήρης ομοφωνία σε ό,τι αφορά τόσο τις μορφές —τους μορφολογικούς τύπους— που θα μπορούσε να πάρει το ρήμα αυτό κατά το σχηματισμό του όσο και την ενδεδειγμένη σύνταξή του.
Στο λεξικό της αρχαίας ελληνικής γλώσσας του ακαδημαϊκού και καθηγητή της αρχαίας ελληνικής φιλολογίας Ιωάννου Σταματάκου περιλαμβάνονται οι ακόλουθες έννοιες εν συγκρίσει με το εκπίπτω: πίπτω έξω, χάνω την περιουσία μου, εκδιώκομαι από τη χώρα, εξορίζομαι, ναυαγώ, αποσύρομαι από τη σκηνή εν μέσω αποδοκιμασιών (για ηθοποιούς), εξορμώ, απέρχομαι, αναχωρώ, αποβαίνω, καταλήγω.
Από τα προαναφερθέντα καθίσταται αμέσως σαφές ότι το ρήμα εκπίπτω είναι
ενεργητικής φωνής αμετάβατο
, δηλαδή ρήμα που δε δέχεται ως συμπλήρωμα αντικείμενο, δεδομένου ότι η ενέργειά του παραμένει στο υποκείμενό του.
Ως λόγιο αμετάβατο ρήμα εμφανίζεται το εκπίπτω και στη νέα ελληνική γλώσσα, έχοντας, κατά πρώτον, την έννοια τού στερούμαι/χάνω αξίωμα ή θέση που κατέχω, εκδιώκομαι, απομακρύνομαι, αποπέμπομαι, καθαιρούμαι.
Π.χ.: «Ο άνθρωπος στον οποίον αναφέρεσαι εξέπεσε του θρόνου πριν από δύο ολόκληρες δεκαετίες», «Το Μάρτιο του 2018 δημοσιεύτηκε η απόφαση σύμφωνα με την οποία εξέπεσε από το αξίωμα του δημάρχου λόγω κωλύματος».
Η
μεταφορική χρήση
του ρήματος εκπίπτω και του —εξ αυτού παραγόμενου— ουσιαστικού
έκπτωση
παραπέμπει στις έννοιες του ξεπεσμού, της εξαθλίωσης, της εξαχρείωσης, της αναξιοπρεπούς συμπεριφοράς, της δραστηριότητας που προσβάλλει την ηθική υπόσταση ενός ανθρώπου ή μιας κοινωνίας.
Π.χ.: «Δυστυχώς, η πνευματική παρακμή και η ηθική έκπτωση συνοδεύονται αναπόφευκτα από κοινωνική βαρβαρότητα», «Ένα από τα σημαντικότερα χαρίσματα του εν λόγω συγγραφέα είναι ότι, αν και ασχολείται συνεχώς με ηθικά ζητήματα, τα κείμενά του δεν εκπίπτουν σε μια στείρα και ανούσια ηθικολογία».