Μια από τις πολλÎÏ‚ ευαγγελικÎÏ‚ Ïήσεις του Î™Î·ÏƒÎ¿Ï Ï€Î¿Ï… Îλαβαν στο διάβα του χÏόνου χαÏακτήÏα αποφθÎγματος και χÏησιμοποιοÏνται συχνά τόσο στον Ï€ÏοφοÏικό όσο και στο γÏαπτό νεοελληνικό λόγο είναι αυτή που τονίζει ο
Λουκάς
αναφοÏικά με την επίσκεψη του ΚυÏίου στο σπίτι της ΜάÏθας και της ΜαÏίας: «ΜάÏθα, ΜάÏθα, μεÏιμνᾷς καὶ τυÏβάζῃ πεÏá½¶ πολλά» (Λουκ. 10, 41).
Τις πεÏισσότεÏες φοÏÎÏ‚ η λόγιας καταγωγής φÏάση
«πεÏί πολλά τυÏβάζει/-ῃ»
(«ασχολείσαι, καταπιάνεσαι, καταγίνεσαι με πολλά Ï€Ïάγματα») παÏουσιάζεται αλλοιωμÎνη, καθώς ακόμα και άνθÏωποι των γÏαμμάτων λÎνε ή γÏάφουν «πεÏί πολλών τυÏβάζει» ή συγχÎουν το β’ ενικό Ï€Ïόσωπο του Ïήματος τυÏβάζομαι με το γ’ ενικό Ï€Ïόσωπο του Ïήματος τυÏβάζω.
Κατ’ αÏχάς, όσον αφοÏά την πτώση που (Ï€ÏÎπει να) συνοδεÏει την Ï€Ïόθεση πεÏί στη συγκεκÏιμÎνη φÏάση, θα επιμείνουμε στην
αιτιατική
—πεÏί πολλά τυÏβάζει ή πεÏί άλλα τυÏβάζει— και θα αποÏÏίψουμε τη
γενική
— πεÏί πολλών τυÏβάζει ή πεÏί άλλων τυÏβάζει.
Και τοÏτο, όχι επειδή η γενική είναι λανθασμÎνη από συντακτικής απόψεως —η Ï€Ïόθεση πεÏί μετά γενικής σημαίνει ήδη από την αÏχαία ελληνική γλώσσα αναφοÏά, δηλαδή αναφοÏικά με κάτι, εν σχÎσει Ï€Ïος κάτι, αναφοÏικώς Ï€Ïος κάτι—, αλλά επειδή εδώ εξετάζουμε μια παÏοιμιώδη φÏάση, μια τυποποιημÎνη, καθιεÏωμÎνη ÎκφÏαση, που Ï€ÏÎπει γι’ αυτόν ακÏιβώς το λόγο να χÏησιμοποιείται όπως Îχει στο Ï€Ïωτότυπο.
Σε ÏŒ,τι αφοÏά τώÏα το τι ακÏιβώς σημαίνει η υπό εξÎταση φÏάση, Ï€ÏÎπει να υπογÏαμμίσουμε ότι το
τυÏβάζει/-ῃ
είναι
β’ ενικό Ï€Ïόσωπο
του παθητικοÏ
τυÏβάζομαι
και
όχι γ’ ενικό Ï€Ïόσωπο
του ενεÏγητικοÏ
τυÏβάζω
, όπως πολλοί —οι πεÏισσότεÏοι ίσως εξ όσων μεταχειÏίζονται τη φÏάση— πιστεÏουν.
Το ενεÏγητικό
τυÏβάζω
, Ïήμα της αÏχαίας ελληνικής που σήμαινε ανακατώνω ή αναταÏάσσω, δε χÏησιμοποιείται στη νÎα ελληνική γλώσσα. Το παθητικό
τυÏβάζομαι
, Ïήμα της αÏχαίας ελληνικής...
Πηγή/ΠεÏισσότεÏα: in.gr