Βασικό Ïήμα της ελληνικής και όχι μόνο γλώσσας, το
Îχω
απαντά στο γÏαπτό και τον Ï€ÏοφοÏικό λόγο με αμÎÏ„Ïητες χÏήσεις και σημασίες.
Εξάλλου, το Îχω μάς Îχει Ï€Ïοικίσει από αÏχαιοτάτων χÏόνων με πληθώÏα
συνθÎτων
και
παÏαγώγων
, που οι πάντες μεταχειÏιζόμαστε στην καθημεÏινή επικοινωνία μας.
ΑνÎχομαι, απÎχω, κατÎχω, πεÏιÎχω, υπεÏÎχω, αντοχή, ενοχή, Ï€Ïοεξοχή, αντιπαÏοχή, εχÎμυθος, εχÎφÏων, νουνεχής, συνεχής, Îξη, σχÎση, σχήμα, σχεδόν, εξής, οχυÏός, ανεκτός, καχεξία, ηνίοχος, αξιωματοÏχος, ευωχία και αναÏίθμητες άλλες λÎξεις συνθÎτουν Îναν ολόκληÏο κόσμο που Îχει ως πυÏήνα του το Îχω και αποτελεί ταυτόχÏονα Îνα από τα κυÏιότεÏα λεξιλογικά πεδία της Ελληνικής.
Οι Ïηματικοί Ï„Ïποι με τους οποίους εμφανίζεται το Îχω στη
νÎα ελληνική γλώσσα
είναι οι ακόλουθοι:
Ενεστώτας
ΟÏιστική
         Îχω, Îχεις, Îχει, Îχουμε, Îχετε, Îχουν(ε)
Υποτακτική (να κτλ.)  Â
Îχω, Îχεις, Îχει, Îχουμε, Îχετε, Îχουν(ε)
Î Ïοστακτική
  Îχε, Îχετε
Μετοχή          Â
Îχοντας
ΠαÏατατικός
είχα, είχες, είχε, είχαμε, είχατε, είχαν(ε)
ΜÎλλοντας
θα Îχω, θα Îχεις, θα Îχει, θα Îχουμε, θα Îχετε, θα Îχουν(ε)
Από απόψεως μοÏφολογικής ποικιλίας οι επισημάνσεις μας είναι οι εξής:
Στην υποτακτική συναντώνται επίσης οι Ï„Ïποι να είχα, να είχες κτλ.
Στο α’ πληθυντικό Ï€Ïόσωπο του ενεστώτα (τόσο στην οÏιστική όσο και στην υποτακτική) και του μÎλλοντα παÏουσιάζεται Ï€Î¿Î»Ï ÏƒÏ€Î¬Î½Î¹Î± στο λόγο —και συνήθως από ομιλητÎÏ‚ που Ï€ÏοÎÏχονται από τη νότια Ελλάδα— ο Ï„Ïπος Îχομε.
Στο γ’ πληθυντικό Ï€Ïόσωπο του ενεστώτα (τόσο στην οÏιστική όσο και στην υποτακτική), του παÏÎ±Ï„Î±Ï„Î¹ÎºÎ¿Ï ÎºÎ±Î¹ του μÎλλοντα παÏουσιάζονται οι Ï„Ïποι Îχουν – Îχουνε και είχαν – είχανε. Οι Ï€Ïώτοι συνηθίζονται σ...
Πηγή/ΠεÏισσότεÏα: in.gr