Η ελληνική γλώσσα στο διάβα του χρόνου: Το ειδικό λεξιλόγιο της φιλοσοφίας (Μέρος Δ') Ημερομηνία:
Σήμερα 10/2/2026, 09:48 - Εμφανίσεις: 16
Ένας επιπρόσθετος παράγοντας που συνέβαλε ουσιαστικά στη γέννηση του φιλοσοφικού λεξιλογίου των αρχαίων Ελλήνων ήταν τα δομικά στοιχεία της ελληνικής γλώσσας, τα ιδιάζοντα χαρακτηριστικά της.
Επί του προκειμένου οι μελετητές συνηθίζουν να αναφέρονται στην ύπαρξη του οριστικού άρθρου, στους πολλαπλούς τρόπους με τους οποίους επιτελείται χάρη σε αυτό η ουσιαστικοποίηση διαφόρων μερών του λόγου ή λεκτικών συνόλων.
Έτσι, στην αρχαία ελληνική γλώσσα –και ειδικότερα στο πλαίσιο της φιλοσοφικής ορολογίας–, πέραν των λέξεων που σημαίνουν τα υπάρχοντα με αντικειμενική υπόσταση και τα αντιληπτά διά των αισθήσεων, τις θέσεις των όρων μιας πρότασης καταλαμβάνουν επίσης ουσιαστικοποιημένα επίθετα που προσδιορίζουν ιδιότητες (λόγου χάριν, το άπειρον του Αναξίμανδρου, ως πηγή από την οποία γεννιούνται τα πάντα), έναρθρα απαρέμφατα (το πάσχειν κ.ά.), ουσιαστικοποιημένες μετοχές (παραδείγματος χάριν, το συμβεβηκός, το τυχαίο συμβάν, το συμπτωματικό), ποικίλες εκφράσεις (αντωνυμικές, εμπρόθετες, επιρρηματικές) ή και ολόκληρες προτάσεις που συνοδεύονται από το οριστικό άρθρο.
Η ιδιαιτερότητα αυτή επέτρεψε στους κορυφαίους εκπροσώπους του φιλοσοφικού στοχασμού –προπάντων δε στον Αριστοτέλη– να μην απομακρυνθούν από την κοινή γλώσσα της εποχής τους και να αποφύγουν στο μέτρο του δυνατού τη χρήση εντελώς νέων γλωσσικών όρων.
Έχοντας κατά νουν τα ανωτέρω, καθώς και όσα συναφή είχαμε τονίζει στα δύο τελευταία άρθρα μας αναφορικά με τους παράγοντες εκείνους που διευκόλυναν τους πρώτους έλληνες φιλοσόφους στην ενασχόλησή τους με το πρόβλημα της ουσίας της φύσης, μπορούμε να στρέψουμε τώρα την προσοχή μας στις μεθόδους που εκείνοι εντέλει χρησιμοποίησαν, με σκοπό να διατυπώσουν τις δικές τους επιστημονικές έννοιες και να οικοδομήσουν τη δική τους διδασκαλία.
Αυτό που διαπιστώνουμε μελετώντας τα κείμενά τους από απόψεως τεχνικού λεξιλογίου είναι ότι συχνά παρουσιάζεται ένας συνδυασμός αφενός νέων όρων και αφετέρου όρων του κοινού αρχαιοελληνικού λεξιλογίου με διαφορετική όμως σημασία.